Η Άννα έσκυψε να μυρίσει το κεφάλι του μικρού Θεόδωρου για μια ακόμη φορά. Γιατί μυρίζουν τόσο τέλεια τα μωρά; αναρωτήθηκε. Θαύμασε τα μικρά του χεράκια, τη μικρή μυτούλα του, τις μακριές μαύρες βλεφαρίδες του. Ο Θοδωρής έκανε τότε μια γκριμάτσα στον ύπνο του και ένα δυνατό γέλιο της ξέφυγε της Άννας. Το μωρό ξύ­πνησε τρομαγμένο και άρχισε να κλαίει.

«Ωχ, συγγνώμη Θοδωράκο μου… δεν ήθελα να σε ξυπνήσω!» του είπε η Άννα και τον πήρε αγκαλιά. Προσπάθησε μάταια να τον ηρε­μήσει και πήγε να βρει τη Σοφία. Στην αγκαλιά της μητέρας του ο Θο­δωρής ησύχασε αμέσως.

«Τον ξύπνησα καταλάθος, συγγνώμη», ομολόγησε η Άννα.

«Δεν πειράζει. Ήταν ώρα να ξυπνήσει ούτως ή άλλως», την καθη­σύχασε η Σοφία. «Τέτοια ώρα πεινάει το πουλάκι μου», είπε δίνοντάς του ένα φιλάκι και έκατσε να τον θηλάσει.

Η Άννα τους άφησε στην ησυχία τους και πήγε στο σαλόνι όπου ο Γιάννης διηγούνταν στον Φίλιππο τις περιπέτειες της νέας πατρότη­τας.

«Τα παιδιά είναι η μεγαλύτερη ευλογία, αλλά και η πιο δύσκολη δουλειά που θα έχεις στη ζωή σου», είπε ο Γιάννης στο τέλος.

«Πιστεύεις ότι με το μωρό θα καταφέρετε να έρθετε φέτος στο χω­ριό για το Πάσχα;» τον ρώτησε η Άννα.

«Θέλουμε, αλλά δεν ξέρουμε ακόμα αν θα έχουμε το κουράγιο να πάμε μεγάλο ταξίδι τόσο σύντομα. Είναι και μικρός ακόμη ο Θοδω­ρής, μόνο έξι εβδομάδων. Θα δούμε», απάντησε ο Γιάννης με έναν αναστεναγμό από τα βάθη της ψυχής του.

«Κρίμα, νομίζω θα χαρεί πολύ η γιαγιά να ξαναδεί τον Θοδωρή. Ήταν μόνο λίγων ημερών και συνέχεια κοιμόταν όταν κατέβηκαν με τον παππού να σας επισκεφτούν».

Με την αναφορά στον παππού έπεσε μια ησυχία στο δωμάτιο.

«Έχετε σκεφτεί ποτέ, γιατί να φέρεις ένα παιδί σε αυτόν τον κόσμο γεμάτο αμαρτία, θλίψεις και απρόβλεπτα;» τους ρώτησε τελικά ο Φί­λιππος. «Γιατί όσο και να προσπαθήσει κανείς, δεν μπορεί να το προ­στατέψει τελείως από την ασχήμια αυτού του κόσμου, εκτός εάν το απομονώσει τελείως, που ούτε αυτό είναι καλό».

«Η αλήθεια είναι ότι μου έχει περάσει αρκετές φορές από το μυαλό αυτή η σκέψη, ειδικά από τότε που μάθαμε ότι περιμέναμε παιδί», είπε ο Γιάννης. «Όταν έκατσα να το σκεφτώ, όμως, θυμήθηκα ότι ο Θεός υπόσχεται να μας προστατεύει και να μας δίνει σοφία και δύ­ναμη για να αντιμετωπίσουμε ό,τι και να βρούμε μπροστά μας. Υπό­σχεται, επίσης, ότι όσο έχουμε Αυτόν πρώτο στη ζωή μας, θα φροντί­ζει πάντα να έχουμε τα απαραίτητα για να ζούμε. Πιστεύω ότι άμα προσπαθήσουμε να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε μεγαλώνο­ντας αυτό το παιδί, ο Θεός θα ευλογήσει αυτήν την προσπάθεια. Και ποιος ξέρει, ίσως τελικά να καταφέρει σπουδαία πράγματα ο Θοδω­ράκος μας και να ευλογηθούν πολλοί άνθρωποι μέσω αυτού».

«Χμμ, οκ», αποκρίθηκε ο Φίλιππος όχι και πολύ ικανοποιημένος με την απάντηση του Γιάννη.

«Θα το καταλάβεις όταν μεγαλώσεις λίγο ακόμα», του είπε ο Γιάν­νης. «Είναι μια σπουδαία εμπειρία. Ξέρετε, εγώ και η Σοφία έχουμε μάθει πολλά για το τι σημαίνει αγάπη και υπομονή από τότε που γεν­νήθηκε ο μικρός. Είναι σαν να έχουμε ξεκλειδώσει το επόμενο επί­πεδο κατανόησης. Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω καλύτερα την αγάπη του Θεού όταν λέει ότι μας αγαπάει σαν Πατέρας μας. Εγώ θα έκανα τα πάντα για να είναι καλά το παιδί μου και όταν διαβάζουμε την Αγία Γραφή βλέπουμε ότι και ο Θεός κάνει τα πάντα για να μπορεί να μας σώσει από αυτόν τον ξεπεσμένο κόσμο που λες Φίλιππε. Αν μπο­ρούσα να φτιάξω ένα τέλειο μέρος όπου ο Θοδωρής θα μπορούσε να μεγαλώσει και να ζήσει χαρούμενα και άφοβα, θα το έκανα. Η αλή­θεια είναι, όμως, ότι οι δυσκολίες της ζωής μας βρίσκουν όπου και να είμαστε. Τώρα, όμως, εκτιμώ ακόμα παραπάνω την υπόσχεση του Θεού για μια νέα Γη στο μέλλον όπου θα ζήσουμε αιώνια μαζί Του και χωρίς την αμαρτία και τις συνέπειές της. Όσο ζούμε εδώ δεν θα μπο­ρέσουμε ποτέ να προστατέψουμε τελείως τον Θοδωρή, αλλά ο Θεός μπορεί να προστατέψει και τους τρείς μας και μας έχει δώσει την ευ­καιρία να ζήσουμε σε έναν τέλειο κόσμο στο μέλλον».

«Ο Ουράνιος Πατέρας μας δείχνει αυτήν την αγάπη που λες και με τις πολλές ευκαιρίες που δίνει σε όλους μας να μετανοούμε για τα λάθη μας, σωστά;» ρώτησε η Άννα.

«Ακριβώς. Όσο και να μου σπάει τα νεύρα καμιά φορά ο Θοδωρής όταν κλαίει ασταμάτητα, δεν θα πάψω ποτέ να τον αγαπάω. Όταν μεγαλώσει και αρχίσει να κάνει βλακείες, τότε φοβάμαι ότι θα δυσκο­λεύομαι να τον βάζω τιμωρία για να μάθει να κάνει το σωστό. Ό,τι και να κάνει, θα παραμείνει πάντα παιδί μου και θα θέλω πάντα το καλό του. Φαντάζομαι ότι ο Θεός νιώθει το ίδιο, αλλά εκατό φορές παρα­πάνω επειδή η δική Του αγάπη είναι τέλεια. Όπως γράφει ο Ιωάννης στην πρώτη επιστολή του,

Mε τούτο φανερώθηκε η αγάπη τού Θεού σε μας, επειδή ο Θεός τον Yιό του τον μονογενή απέστειλε στον κόσμο για να ζήσουμε διαμέσου αυτού. Σε τούτο βρίσκεται η αγάπη, όχι ότι εμείς αγαπήσαμε τον Θεό, αλλ’ ότι αυτός μας αγάπησε και απέστειλε τον Yιό του ως μέσον εξιλασμού για τις αμαρ­τίες μας. (Α’ Ιωάννου 4:9-10) ».

«Είναι τρελό να το σκεφτείς ότι ο Θεός μας αγαπάει τόσο πολύ που πήρε ανθρώπινη μορφή και πέθανε για να μπορέσουμε να σωθούμε από τα δεσμά της αμαρτίας», σχολίασε ο Φίλιππος.

«Ισχύει», συμφώνησε η Άννα. «Κάτι τέτοιες στιγμές θυμάμαι έναν ψαλμό όπου διαβάζουμε:

Oικτίρμoνας και ελεήμoνας είναι o Kύριoς, μακρόθυμoς και πoλυέλεoς.
Δεν θα δικoλoγεί για πάντα oύτε θα διατηρεί την οργή του στον αιώνα.

Δεν έκανε σε μας σύμφωνα με τις αμαρτίες μας oύτε αντα­πέδωσε σε μας σύμφωνα με τις ανoμίες μας.

Eπειδή, όσo είναι τo ύψoς τoυρανoύ επάνω από τη γη, τόσο μεγάλo είναι τo έλεός τoυ σ’ αυτoύς πoυ τoν φoύ­νται.
Όσo απέχει η ανατoλή από τη δύση, τόσο μακριά από μας έστειλε τις ανoμίες μας.

Kαθώς o πατέρας σπλαχνίζεται τα παιδιά τoυ, έτσι και ο Kύ­ριoς σπλαχνίζεται αυτoύς πoυ τoν φoβoύνται.

(Ψαλμός 103:8-13) ».

«Εγώ πάλι», είπε ο Φίλιππος, «θα πω ότι μαζί με τον Παύλο

είμαι πεπεισμένος ότι, ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχές ούτε δυνάμεις ούτε παρόντα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κάποια άλλη κτίση, θα μπορέσει να μας χωρίσει από την αγάπη τού Θεού, η οποία υπάρχει στον Iησού Xριστό τον Kύριό μας. (προς Ρωμαίους 8:38-39) ».

Οι άλλοι δύο χαμογέλασαν.

«Κλασσικό, αλλά και πάλι δυνατό», είπε ο Γιάννης. «Η δική μου πε­ρικοπή θα είναι από την πρώτη επιστολή του Πέτρου, όπου γράφει:

Άξιος ευλογίας είναι ο Θεός και Πατέρας τού Kυρίου μας Iη­σού Xριστού, ο οποίος σύμφωνα με το πολύ του έλεος μας αναγέννησε σε μία ζωντανή ελπίδα, διαμέσου τής ανάστα­σης του Iησού Xριστού από τους νεκρούς, σε μία κληρονομία άφθαρτη και αμόλυντη και αμάραντη, που είναι φυλαγμένη για μας στους ουρανούς· οι οποίοι φρουρούμαστε με τη δύ­ναμη του Θεού διαμέσου τής πίστης, σε σωτηρία έτοιμη να αποκαλυφθεί κατά τον έσχατο καιρό. (Α’ Πέτρου 1:3-5) ».

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από την κουζίνα να παίζει ένας ύμνος.

 «Ω Κυριέ μου, πόσο σε θαυμάζω,
και εκστατικός τα έργα σου κοιτώ…»

Ο Φίλιππος και η Άννα κοιταχτήκανε και ξέσπασαν στα γέλια.

«Το κινητό της Σοφίας είναι», τους εξήγησε ο Γιάννης και σηκώθηκε να το κλείσει. «Το έχει βάλει σαν ήχο για το χρονόμετρο, το ξυπνητήρι, τα πάντα…»

Πράγματι, ακούστηκε η Σοφία να φωνάζει από το δωμάτιο. «Γιάννη! Μπορείς να κλείσεις τον φούρνο παρακαλώ; Έρχομαι σε πέ­ντε λεπτά».

Η Άννα σηκώθηκε και έκανε νεύμα στον Φίλιππο.

«Εμείς θα φεύγουμε τότε. Πρέπει να διαβάσουμε για αύριο που γράφουμε διαγώνισμα», είπε στον Γιάννη.

«Όχι, όχι, να κάτσετε να φάτε μαζί μας», της απάντησε αυτός. «Μη φύγετε νηστικοί. Φτιάξαμε παραπάνω για να φάμε όλοι μαζί».

Ο Φίλιππος κοίταξε ικετευτικά την Άννα που δίσταζε. «Εγώ λέω να κάτσουμε να φάμε μαζί τους», της είπε. «Προλαβαίνουμε να διαβά­σουμε και μετά». Η Άννα υποχώρησε. «Καλά, αφού επιμένετε… Μυρίζει πολύ ωραία, να πω την αλήθεια».