Ούτε φύλλο, ούτε σκουπιδάκι, δεν κουνιόταν το μεσημέρι που τα αγόρια είχαν βγει να πάρουν παγωτό από το περίπτερο. Είχαν καθίσει στη σκιά του μοναδικού δέντρου στη μικρή πλατεία της γειτονιάς τους. Ο ήλιος έκαιγε, όμως, και η υγρασία κολλούσε πάνω τους λες και ήταν σε σάουνα. Γλείφοντας τις τελευταίες σταγόνες των λιωμέ­νων, πια, παγωτών τους, προσπαθούσαν να αποφασίσουν τι θα κά­νουν.

«Θα μπορούσαμε να πάμε για μπάνιο», πρότεινε ο ένας.

«Μέχρι να φτάσουμε θα έχει βραδιάσει…» του απάντησαν.

«Πάμε να χαζέψουμε στα μαγαζιά;» πρότεινε άλλος.

«Κάνει πολύ ζέστη».

«Πάμε για μπάσκετ αργότερα;»

«Και μέχρι τότε;»

Ο Φίλιππος τελείωσε να γράφει ένα μήνυμα και έκλεισε το κινητό του.

«Μπορείτε να έρθετε σπίτι μου να παίξουμε στο PlayStation», πρό­τεινε. «Είπαν ΟΚ οι γονείς μου και θα έχουμε και κλιματιστικό».

Έπειτα από λίγη ακόμα συζήτηση, τα αγόρια συμφώνησαν να πάνε πρώτα στο σπίτι του Φίλιππου και μετά, κατά τις 20:00 που θα έχει πέσει ο ήλιος και η θερμοκρασία, να πάνε να παίξουν μπάσκετ.

Είκοσι λεπτά αργότερα ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος του PlayStation που άνοιγε και σύντομα όλοι ήταν προσηλωμένοι στο παι­χνίδι.

Ύστερα από μερικές ώρες, ωστόσο, κάποιοι άρχισαν να βαριούνται. Ήταν ήδη το δέκατο τέταρτο απόγευμα που έκαναν σχεδόν το ίδιο ακριβώς πράγμα από τότε που έκλεισαν τα σχολεία, αν τα είχε μετρή­σει σωστά ο Φίλιππος.

«Πω, όλο τα ίδια και τα ίδια κάνουμε αυτές τις μέρες!» γκρίνιαξε και ο φίλος του ο Ιάσωνας. «Ανυπομονώ να έρθει ο Αύγουστος να πάμε διακοπές σε κάνα βουνό».

«Χμμ, για φαντάσου πώς θα είναι όταν θα πιάσουμε δουλειά. Εκεί κι αν θα κάνουμε τα ίδια και τα ίδια. Για όλο το χρόνο κιόλας!» του αποκρίθηκε ο Πάνος.

Τα τρία αγόρια αναστέναξαν.

«Από τη μια θέλω να μεγαλώσω, να οδηγώ και να πηγαίνω όπου θέλω, να κάνω ό,τι θέλω, όποτε θέλω, αλλά όταν βλέπω πόσο αγχω­μένα είναι καμιά φορά τα μεγαλύτερα ξαδέλφια μου, τότε σκέφτομαι ότι ίσως μια χαρά είμαστε και τώρα που μας κάνουν τα περισσότερα οι γονείς μας», παρατήρησε ο Φίλιππος.

«Ισχύει… Για να μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις πρέπει να έχεις λεφτά και δεν νομίζω πως κάποιος από εμάς έχει κληρονομιά από κάποιον πλούσιο συγγενή. Και όταν δουλεύεις, πάει ο χρόνος σου…»

«Γι’ αυτό εγώ θα βρω δουλειά να δουλεύω μόνο λίγες ώρες από το σπίτι και να βγάζω καλά λεφτά. Έτσι θα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω», είπε ο Ιάσωνας.

«Και ποια δουλειά είναι τόσο καλή;» τον ρώτησαν οι άλλοι δύο.

«Υπάρχουν αρκετές με προγραμματισμό, σχεδιασμό ιστοσελίδων, άλλες με δεδομένα και ανάλυση. Και με γλώσσες και μετάφραση. Γε­νικά, άμα το ψάξεις θα βρεις πράγματα».

«Χμμ, ενδιαφέρον», αποκρίθηκαν οι άλλοι δύο και άρχισαν να φα­ντάζονται τι θα μπορούσαν να κάνουν σε αυτήν την περίπτωση.

«Αν θα έχω τέτοια δουλειά, θα αγοράσω σκάφος και θα κάνω βόλ­τες σε όλη τη Μεσόγειο, ίσως και παραπέρα», είπε με κλειστά μάτια ο Πάνος.

«Όταν είσαι Ελλάδα να μας παίρνεις και εμάς καμιά βόλτα».

«Εννοείται… Εσείς τι θα κάνατε;»

«Εγώ θα αγόραζα ένα σπίτι σε κάποιο ορεινό χωριό και θα έπαιζα βιντεοπαιχνίδια με τις ώρες», είπε ο Ιάσωνας και οι άλλοι δύο γέλα­σαν.

«Καμιά μέρα θα μπει αρκούδα στο σπίτι του και ούτε που θα το καταλάβει…», παρατήρησε ο Φίλιππος.

 «Πιο πιθανό να μπει μέσα αρκούδα παρά κοπέλα εκεί που θα είναι», συνέχισε ο Πάνος και μ’ αυτό γέλασαν πιο δυνατά, και ο Ιάσωνας μαζί τους.

«Εγώ μάλλον θα έφτιαχνα ένα βανάκι και θα εξερευνούσα όλη την Ευρώπη, ίσως και την Ασία», είπε ο Φίλιππος όταν ηρέμησαν λίγο.

«Θα έρχομαι να σε βρίσκω στα λιμάνια», είπε ο Πάνος.

«Είπε κάτι σωστό, όμως, ο Πάνος», παρατήρησε ο Φίλιππος. «Άμα πάμε γύρω γύρω πώς θα κάνουμε οικογένεια; Κοπέλα βρίσκεις, αλλά αν κάνεις παιδιά, θα πρέπει να πάνε σχολείο και τότε θα πρέπει να διαλέξουμε κάπου να μείνουμε για τα επόμενα 14 χρόνια τουλάχι­στον».

«Εγώ δεν σκοπεύω να κάνω οικογένεια ούτως ή άλλως», αποκρί­θηκε ο Πάνος. «Θα βρω μια κοπέλα που να λατρεύει τη θάλασσα και θα ταξιδεύουμε μαζί στο απέραντο γαλάζιο».

«Δεν θα το βαρεθούμε και αυτό κάποια στιγμή, όμως;» ρώτησε ο Φίλιππος σκεφτικός.

«Μπορείς να αλλάξεις δουλειά ή χωριό», πρότεινε ο Ιάσωνας.

«Ή να αλλάζεις χόμπι κάθε δύο χρόνια», πρόσθεσε ο Πάνος.

«Και πάλι, όμως, νομίζω πως δεν θα μπορούσα να το κάνω για πολλά χρόνια», είπε ο Φίλιππος. «Θα μου έλειπε η οικογένειά μου εδώ».

«Θα μπορείς να έρχεσαι να τους βλέπεις».

«Δεν είναι το ίδιο. Εξάλλου η ζωή είναι μόνο να βγάζω λεφτά και να περνάω καλά;»

«Με τα ταξίδια θα μαθαίνεις και καινούργια πράγματα. Νέες συνή­θειες, νέους τόπους, άλλους ανθρώπους…»

«Και τι να τα κάνω όλα αυτά. Να λέω ιστορίες στα ανίψια μου που θα βλέπω μια φορά το χρόνο; Δε λέω, ωραίο θα ήταν να το κάνω για μερικά χρόνια, αλλά πιστεύω πως πρέπει να υπάρχει κάτι παραπάνω στη ζωή από το απλώς να βγάζεις λεφτά και να περνάς καλά».

Εκείνη τη στιγμή, όμως, ήρθε η σειρά τους να παίξουν στο PlayStation και έστρεψαν πλήρως την προσοχή τους στις φιγούρες που κινούνταν πάνω στη μεγάλη οθόνη.


Όταν βούρτσιζε τα δόντια του εκείνο το βράδυ, ο Φίλιππος θυμή­θηκε τη συζήτηση που είχανε και γέλασε. Πλάκα θα είχε να έκαναν όντως αυτά που είπανε. Ύστερα θυμήθηκε την τελευταία ερώτηση που είχε. Πραγματικά, δεν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος να ζούμε εκτός του να βγάζουμε λεφτά για να περνάμε καλά; Και εκτός του να κάνεις παιδιά για να συνεχίσουν να υπάρχουν άνθρωποι όταν πεθά­νεις;… αν και πολλοί πλέον δεν το θεωρούν αυτό καθήκον τους.

Βγαίνοντας από το μπάνιο είδε ότι ο πατέρας του ήταν ακόμα ξύ­πνιος, ξαπλωμένος στον καναπέ. Πήγε και κάθισε δίπλα του. «Μπα­μπά, για τι ζούμε;»

Ο πατέρας ξαφνιάστηκε και τον κοίταξε απορημένος.

«Τι είπες;»

«Για τι ζούμε; Για ποιο λόγο γεννιόμαστε και κάνουμε ό,τι κάνουμε μέχρι να πεθάνουμε;»

«Λίγο νωρίς δεν είναι να έχεις υπαρξιακή κρίση, Φίλιππε;» τον ρώ­τησε πειραχτικά ο Πέτρος από την απέναντι πολυθρόνα.

Ο Φίλιππος τον αγνόησε. «Λοιπόν;»

«Εεεμμ…», ο πατέρας ανακάθισε και προσπάθησε να μαζέψει τις σκέψεις του. «Λοιπόν, όταν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, είπε στους πρώτους ανθρώπους:

Aυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη, και κυριεύστε την, και εξουσιάζετε επάνω στα ψάρια τής θάλασσας, και επάνω στα πουλιά τού ουρανού και επάνω σε κάθε ζώο που κινείται επάνω στη γη. (Γένεσις 1:28)

Από αυτό το εδάφιο μπορούμε να δούμε ότι δύο λόγοι για τους οποίους ζούμε είναι για να φροντίζουμε τη Γη και να φροντίζουμε να υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι μετά από εμάς.

Σε μια άλλη περικοπή, στον Ησαΐα, διαβάζουμε:

… φέρε τoύς γιoυς μoυ από μακριά, και τις θυγατέρες μoυ από τα άκρα τής γης, όλoυς όσoυς oνoμάζoνται με τo όνoμά μoυ· επειδή, τoυς δημιoύργησα για τη δόξα μoυ· τoυς έπλασα και τoυς έκανα. … O λαός, πoυ έπλασα για τoν εαυτό μoυ, θα διηγείται την αίνεσή μoυ. (Ησαΐας 43:6-7, 21)

Εδώ καταλαβαίνουμε ότι ο Θεός μας δημιούργησε για τον Εαυτό Του, επειδή μας αγαπά. Η ύπαρξή μας Τον δοξάζει, όπως και όταν εμείς Τον δοξάζουμε μπροστά σε άλλους.

Ένας τέταρτος λόγος για τον οποίο υπάρχουμε είναι για να κάνουμε το καλό, όπως είπε ο απόστολος Παύλος στους Εφεσίους:

Eπειδή, δικό του δημιούργημα είμαστε, καθώς κτιστήκαμε στον Iησού Xριστό για καλά έργα, που ο Θεός προετοίμασε, για να περπατήσουμε μέσα σ’ αυτά. (προς Εφεσίους 2:10) ».

«Οπότε, με δύο λόγια, υπάρχουμε επειδή ο Θεός μας αγαπάει και για να Τον δοξάζουμε, και επιπλέον για να πράττουμε το καλό φρο­ντίζοντας τον πλανήτη και τους συνανθρώπους μας;»

«Το έπιασες το νόημα. Αυτό απαντάει την ερώτησή σου;»

Ο Φίλιππος το σκέφτηκε λίγο. «Ναι», είπε τελικά, «αλλά τώρα έχω μια άλλη ερώτηση».

«Για πες».

«Έχω ακούσει πολλές φορές στην εκκλησία να λένε ότι η πίστη στον Θεό κάνει τη ζωή μας πολύ καλύτερη. Αυτό είναι επειδή δημιουργη­θήκαμε για να τον δοξάζουμε;»

«Κατά κάποιο τρόπο, ναι, αλλά ο Θεός δεν μας δημιούργησε επειδή χρειαζόταν κάποιον να Τον δοξάζει ή κάποιον να αγαπήσει. Ήθελε να μας δημιουργήσει και το έκανε, όπως και εγώ και η μητέρα σου θέ­λαμε παιδιά και κάναμε εσάς. Αντίστοιχα, όπως εσείς δεν θα μπορού­σατε να μεγαλώσετε χωρίς κάποιον να σας φροντίζει, έτσι και όλοι μας δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον Θεό. Ο απόστολος Παύλος πάλι το θέτει ωραία:

O Θεός, ο οποίος έκανε τον κόσμο και όλα όσα υπάρχουν μέσα σ’ αυτόν, … αυτός δίνει σε όλους ζωή και πνοή και τα πάντα. (Πράξεις Αποστόλων 17:24-25)

Όταν αναγνωρίζουμε ότι ο Θεός μας αγαπάει, μας φροντίζει και θέ­λει να είμαστε χαρούμενοι, τότε μπορούμε να βασιστούμε στην κα­λοσύνη Του. Έτσι, μπορούμε να έχουμε ειρήνη και να σταματήσουμε να αγχωνόμαστε τόσο πολύ, γιατί έχει υποσχεθεί ότι πάντα θα μας φροντίζει και θα μας προστατεύει, και ξέρουμε ότι σε οποιαδήποτε κατάσταση και να βρεθούμε, πάντα θα είναι δίπλα μας ο Θεός για να μας ακούσει και να μας βοηθήσει να το ξεπεράσουμε. Πέρα από αυτό, έχουμε και την ελπίδα να ζήσουμε στο μέλλον σε έναν νέο κό­σμο μαζί με τον Θεό και χωρίς αμαρτία και δυσκολίες. Υπάρχουν πολλά σημεία στην Αγία Γραφή όπου κάνει τέτοιες υπο­σχέσεις ο Θεός. Από προσωπική εμπειρία μπορώ να σου πω ότι κάνει τεράστια διαφορά στην ψυχική μου υγεία το να εμπιστεύομαι τη ζωή μου και τις δικές σας στον Θεό».

«Χμμ, κατάλαβα», είπε ο Φίλιππος και σηκώθηκε. «Ευχαριστώ μπα­μπά. Καληνύχτα!»

«Καληνύχτα Φίλιππε». Και έτσι ο Φίλιππος άρχισε να σκέφτεται ότι ίσως αυτό που του έλειπε από τη ζωή ήταν μια σχέση με τον Θεό.