Ο Φίλιππος γύρισε από το σχολείο νωρίς και με κέφι. Είχε τόση ενέργεια που αποφάσισε να πάρει τις σκάλες για να ανέβει στον τρίτο όροφο όπου βρισκόταν το διαμέρισμά τους. Αύριο ήταν 25η Μαρτίου και φέτος έπεφτε Παρασκευή, οπότε είχε δύο ολόκληρες μέρες που δεν θα χρειαζόταν να διαβάσει καθόλου. Άνοιξε την πόρτα και θυμήθηκε αυτή τη φορά να βάλει τα παπούτσια του στην παπουτσοθήκη. Άφησε την τσάντα του δίπλα στον καναπέ και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα για να τσιμπήσει κάτι πριν το μεσημεριανό. Μόλις μπήκε στην κουζίνα, όμως, είδε τη μητέρα και τον πατέρα του να κουβεντιάζουν κάτι πολύ σοβαρά. Σταμάτησαν μόλις τον είδανε.
«Γειά σου Φίλιππε», του είπε η μητέρα. «Πώς ήταν το σχολείο;»
«Καλά ήταν. Είχαμε γιορτή για την 25η Μαρτίου… Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε ο Φίλιππος επιφυλακτικά. Η μητέρα φαινόταν έτοιμη να κλάψει. Κοίταξε τον πατέρα και αυτός αναστέναξε.
«Πέθανε ο παππούς, ο πατέρας μου, χθες το βράδυ στον ύπνο του», είπε στον Φίλιππο. «Μόλις μας τηλεφώνησε η γιαγιά πριν καμιά ώρα. Τώρα κανονίζουμε με τα αδέλφια μου για την κηδεία».
Όλη η όρεξη και το κέφι του Φίλιππου εξαφανίστηκε. «Πότε θα γίνει;» κατάφερε να ρωτήσει.
«Την Κυριακή το μεσημέρι. Εγώ και η μαμά θα πάμε στο χωριό από σήμερα για να μην είναι μόνη η γιαγιά. Εσείς μπορείτε να έρθετε το Σάββατο με τον θείο Ανδρέα άμα δεν θέλετε να έρθετε τόσο νωρίς».
«Οκ. Θα το σκεφτώ», είπε ο Φίλιππος και πήγε στο δωμάτιό του.
Ευτυχώς δεν είχε γυρίσει ο Πέτρος ακόμη και θα είχε λίγο χρόνο μόνος του. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του και κοίταξε το ταβάνι. Ήξερε πως ο παππούς είχε γεράσει, αλλά δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι θα πεθάνει. Να που έφυγε ξαφνικά και δεν ήταν έτοιμος… Άρχισε να θυμάται όλα αυτά που κάνανε μαζί. Σαν το μικρότερο εγγόνι από τα αγόρια, ο Φίλιππος είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον παππού. Πολλές φορές είχανε κάτσει μαζί για να του δείξει πώς να επισκευάσει διάφορα εργαλεία ή βγαίνανε για περίπατο και του έδειχνε όλα τα χόρτα που μπορούσε να μαζέψει για να φτιάξει η γιαγιά χορτόπιτα. Από αυτόν είχε μάθει ποιες αράχνες δεν πρέπει να ενοχλείς και τι να κάνεις αν σε τσιμπήσει μέλισσα. Καθώς αναπολούσε όλα τα καλοκαίρια που περάσανε μαζί άρχισε να κλαίει. Γιατί είχε αποφασίσει να μη πάει φέτος;… Έκλεισε τα μάτια του και κουρασμένος πια, αποκοιμήθηκε.
Ο ήλιος κρύβονταν πίσω από τα σύννεφα καθώς πήραν την ανηφόρα προς το κοιμητήριο του χωριού την Κυριακή. Συννεφιασμένα ήταν και τα πρόσωπα όσων ακολουθούσαν το φέρετρο. Ωστόσο, όπως ο ήλιος έλαμπε πίσω από τα σύννεφα, έτσι και στα πρόσωπά τους διακρίνονταν αχνά μια ελπίδα που φώτιζε την καρδιά τους.
«… Οπότε ας μην απελπιζόμαστε και θλιβόμαστε υπερβολικά. Ο αγαπημένος μας Πέτρος κοιμάται και μαζί του προσμένουμε ανάσταση νεκρών και ζωή αιώνια, Αμήν.», τελείωσε ο ποιμένας τη σύντομη ομιλία του δίπλα από τον τάφο. Ο Φίλιππος δεν άκουσε τι είπε πριν. Είχε τα μάτια κολλημένα στο φέρετρο μέσα στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο αγαπημένος του παππούς και το μυαλό του ταξίδευε… Έσκυψε μηχανικά μαζί με την οικογένειά του για να ρίξουν λευκά τριαντάφυλλα και λίγο χώμα. Στάθηκαν παραδίπλα για να κάνουν χώρο στους υπόλοιπους παρευρισκόμενους να πλησιάσουν.
«Θα τον δούμε πάλι όταν έρθει ο Χριστός», του είπε χαμηλόφωνα η Άννα που στεκόταν δίπλα του. «Γι’ αυτόν έχει σταματήσει ο χρόνος. Όταν θα ξαναξυπνήσει θα έχει καινούργιο σώμα, θα είναι υγιείς και γεμάτος ενέργεια».
Όταν η Άννα ήταν σε ένταση την έπιανε φλυαρία, αλλά αυτή τη φορά ο Φίλιππος ήταν ευγνώμων για την πολυλογία της ξαδέλφης του.
«Να, κοιμήθηκε γέρος δίπλα στη γιαγιά, αλλά όταν θα έρθει ο Χριστός, θα ξυπνήσει ανανεωμένος και θα πάνε μαζί στον ουρανό. Ξέρεις, ο απόστολος Παύλος έγραψε, στους Κορινθίους νομίζω, κάτσε να το βρω… λέει:
Προσέξτε, ένα μυστήριο λέω προς εσάς· όλοι μεν δεν θα κοιμηθούμε, όλοι όμως θα μεταμορφωθούμε, σε μία στιγμή, σε χρόνο ενός ανοιγοκλεισίματος του ματιού, στην έσχατη σάλπιγγα· επειδή, θα σαλπίσει, και οι νεκροί θα αναστηθούν άφθαρτοι, κι εμείς θα μεταμορφωθούμε. Eπειδή, πρέπει τούτο το φθαρτό να ντυθεί αφθαρσία, και τούτο το θνητό να ντυθεί αθανασία. Όταν τούτο το φθαρτό ντυθεί αφθαρσία, και τούτο το θνητό ντυθεί αθανασία, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος, που είναι γραμμένος: «Kαταβροχθίστηκε ο θάνατος με νίκη». (προς Κορινθίους Α’ 15:51-54) ».
«Δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις να με παρηγορήσεις Άννα», της είπε ο Φίλιππος.
«Ποιός είπε ότι τα λέω αυτά για σένα; Για μένα τα λέω πρωτίστως, απλώς σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να τα ακούσεις και εσύ», του αποκρίθηκε η Άννα και συνέχισε. «Στο γράμμα του προς τους πιστούς της Θεσσαλονίκης ο Παύλος μας αποκαλύπτει μια ακόμη λεπτομέρεια:
αυτοί που πέθαναν εν Xριστώ θα αναστηθούν πρώτα· έπειτα, εμείς που ζούμε, όσοι απομένουμε, θα αρπαχτούμε, ταυτόχρονα, μαζί τους, με σύννεφα, σε συνάντηση του Kυρίου στον αέρα· και έτσι, θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Kύριο. (προς Θεσσαλονικείς Α’ 4:16-17) ».
Σιώπησε η Άννα λίγο σαν να επεξεργάζονταν κάτι.
«Έχω μια απορία», είπε τελικά. «Σύμφωνα με την Αγία Γραφή ο Θεός είναι ο μόνος που είναι αθάνατος,
( … ο μακάριος και μόνος Δεσπότης, ο Bασιλιάς αυτών που βασιλεύουν και ο Kύριος αυτών που κυριεύουν, ο οποίος αυτός μόνος έχει την αθανασία… (προς Τιμόθεον Α’ 6:15-16))
που σημαίνει ότι οι άγγελοι και τα άλλα δημιουργήματά Του δεν είναι αθάνατοι. Αλλά ο θάνατος είναι ο μισθός της αμαρτίας,
( Eπειδή, ο μισθός τής αμαρτίας είναι θάνατος· το χάρισμα, όμως, του Θεού αιώνια ζωή διαμέσου τού Iησού Xριστού τού Kυρίου μας. (προς Ρωμαίους 6:23))
άρα μήπως η αμαρτία δεν είναι περιορισμένη μόνο στην ανθρωπότητα; Γιατί να γίνει ο Χριστός άνθρωπος τότε για να θυσιαστεί και να λύσει το πρόβλημα της αμαρτίας; Επειδή από την Αγία Γραφή πάλι καταλαβαίνουμε ότι η αμαρτία είναι πρόβλημα που βρίσκεται ουσιαστικά μόνο στον δικό μας πλανήτη…
»Α, μήπως όταν ο Παύλος είπε ότι ο Θεός μόνο είναι αθάνατος εννοούσε ότι μόνο Αυτός έχει ζωή από μόνος Του; Γιατί τότε ό,τι δημιουργεί μπορεί από μόνο του να μην είναι αθάνατο, αλλά όσο είναι κοντά στον Θεό να παίρνει πάντα ζωή από Αυτόν και έτσι να μην πεθαίνει ποτέ, όπως θα συμβεί και με εμάς όταν ξανάρθει ο Χριστός και πάμε να ζήσουμε μαζί Του».
«Έχεις κάτι απορίες ώρες ώρες…» της είπε ο Φίλιππος με ένα αχνό χαμόγελο..
Χαμογέλασε και η Άννα. «Οι απορίες μου αυτές, όμως, με βοηθάνε να επεξεργάζομαι πράγματα και να γελάμε λίγο, οπότε καλά κάνω και τις έχω. Καμιά φορά με οδηγούν σε μεγάλες ανακαλύψεις…»
«Όπως;»
«Εε, δεν θυμάμαι κάποια συγκεκριμένη αυτή τη στιγμή, αλλά υπάρχουν», πείσμωσε η Άννα και δεν ξαναμίλησε.
«Ευχαριστώ, πάντως», της είπε ο Φίλιππος. «Νιώθω πολύ καλύτερα τώρα». Εκείνο ο βράδυ ο Φίλιππος κοιτούσε το ταβάνι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν χαρούμενος που είχε τόσες καλές αναμνήσεις με τον παππού. Όταν θα είχε παιδιά και εγγόνια στο μέλλον θα είχε πολλές ιστορίες να τους λέει. Βασικά, θα άρχιζε πρώτα με το ανιψάκι του.
