«Νικόλα! Έλα εδώ να βάλεις τη μπλούζα σου!» άκουσε η Άννα από την μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου της τη μητέρα της να φωνάζει στο σαλόνι. «Πρόσεχε, βρε! Θα πέσεις!». Μικρά ποδοβολητά πλησί­ασαν τρέχοντας το δωμάτιο που μοιραζόταν η Άννα με τη Νικολέτα. Ξαφνικά μπήκε μέσα κατακόκκινος ο Νικόλας και έκλεισε την πόρτα. Η Άννα γύρισε να κοιτάξει τον εφτάχρονο ξάδελφό της και πήρε ένα σοβαρό ύφος.

«Καλησπέρα κύριε Νικόλα», του είπε. «Πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;»

«Σσς, μη πεις στη μαμά σου ότι είμαι εδώ!»

«Και γιατί να μη πω τίποτα, αν επιτρέπεται;»

«Δεν θέλω να πάω για ύπνο! Είναι νωρίς ακόμη…»

Η Άννα κοίταξε το κινητό της. Ήταν ήδη 22:00! Δεν είχε παρατηρή­σει ότι έξω είχε νυχτώσει. Κοίταξε πάλι τον Νικόλα. «Κύριε Νικόλα, είναι ήδη δέκα η ώρα. Λυπάμαι, αλλά πρέπει να κοιμηθείτε για να περάσετε καλά αύριο».

Ο Νικόλας κατσούφιασε. «Δεν θέλω!»

«Μα πρέπει να ξεκουραστείτε! Και εγώ θα πάω για ύπνο σε λίγο».

«Καλά…. Αλλά μόνο αν μου πεις μια ιστορία!»

«Όπως το επιθυμείτε κύριε Νικόλα. Πηγαίντε να ξαπλώσετε και θα έρθω σε πέντε λεπτά».

Τα μάτια του Νικόλα έλαμψαν. «Οκ!» είπε και έφυγε τρέχοντας.

Η Άννα τελείωσε γρήγορα την άσκηση που έκανε και σε πέντε λεπτά ακριβώς χτύπησε την πόρτα στο δωμάτιο όπου θα κοιμόταν ο ξάδελ­φός της. Οι γονείς του είχαν πάει για μερικές μέρες σε επαγγελματικό ταξίδι και είχαν ζητήσει από την οικογένεια της Άννας να φιλοξενή­σουν τον μικρό όσο έλειπαν. Όταν απάντησε από μέσα ο Νικόλας, η Άννα άνοιξε την πόρτα και είδε… σκοτάδι.

«Καλέ, νομίζω πως κοιμήθηκε ήδη ο Νικόλας! Είχα και μια ωραία ιστορία να του πω…» είπε δήθεν απογοητευμένη.

«Χαχαχα, σε ξεγέ­λασα!» ακούστηκε από το βάθος του δωματίου και η Άννα άναψε το φως για να δει τον Νικόλα να χοροπηδάει πάνω στο κρεβάτι με τον αγαπημένο του λούτρινο εξωγήινο. «Είμαι έτοιμος για την ιστορία σου!»

«Ωραία. Πρέπει να ξαπλώσεις πρώτα, όμως».

Με ένα τελευταίο πήδημα και ένα μεγάλο «Ουφ!», ο Νικόλας βρέ­θηκε ξαπλωμένος. «Έτοιμος!»

«Τέλεια…  Τι ιστορία θέλεις να ακούσεις;»

«Με εξωγήινους!» φώναξε πετώντας το λούτρινο στον αέρα.

«Οκ, μισό λεπτό να σκεφτώ…. Λοιπόν…

»Μια φορά και έναν καιρό, πριν δημιουργηθεί η Γη, υπήρχε ένας βα­σιλιάς που ονομάζονταν Ων. Ο βασιλιάς Ων ζούσε κάπου πολύυυυ μακριά, πέρα από το διάστημα. Μαζί του ζούσαν πολλά άλλα πλά­σματα, οι εξωγήινοι. Ο βασιλιάς κυβερνούσε όλο το σύμπαν και αγα­πούσε πολύ όλους τους υπηκόους του. Οι εξωγήινοι αγαπούσαν επί­σης τον βασιλιά τους και πήγαιναν όλοι στις δουλειές τους χαρούμε­νοι. Ήταν ένας εξωγήινος, μάλιστα, πολύ όμορφος, έξυπνος και δυνα­τός, ο Εωσφόρος. Είχε μια πολύ καλή δουλειά στο παλάτι του βασιλιά και ήξερε όλα όσα συνέβαιναν εκεί μέσα.

»Μια μέρα, όμως, κάτι άρχισε να σκέφτεται ο Εωσφόρος. Κάτι δεν του άρεσε. Το σκεφτόταν και το σκεφτόταν και μια μέρα δεν άντεξε άλλο και είπε στον φίλο του: “Ξέρεις κάτι φίλε; Όλα είναι πολύ όμορφα και ωραία εδώ. Μας αγαπάει ο βασιλιάς και όλοι ζούμε ευ­τυχισμένοι. Είναι μερικά πράγματα, όμως, που δεν καταλαβαίνω γιατί τα κάνει ο βασιλιάς. Να, μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι αν ήμουν εγώ βασιλιάς, θα μπορούσα να κάνω τα πράγματα ακόμα καλύτερα!”. “Τι είναι αυτά που λες;!” απάντησε ο φίλος του έκπλη­κτος. “Ο καλός μας βασιλιάς μας αγαπάει και κάνει τα πάντα για να είμαστε καλά. Γιατί να θέλεις να του πάρεις τη θέση που του αξίζει;”. Ο Εωσφόρος τον κοίταξε λες και ήθελε να του πει κάτι ακόμη, αλλά είπε μόνο “Άσε, δεν καταλαβαίνεις. Μην αγχώνεσαι, μια σκέψη ήταν μόνο. Μη το πεις σε κανέναν”.

»Πέρασαν μερικές μέρες, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να το σκέφτεται ο Εωσφόρος. Βρήκε έναν άλλο φίλο του και του είπε τη σκέψη που τον ενοχλούσε. Στην αρχή αυτός δεν τον πήρε πολύ στα σοβαρά, αλλά όσο μίλαγε ο Εωσφόρος, ο φίλος του άρχισε να αμφι­σβητεί αυτά που ήξερε για τον βασιλιά. Ο Εωσφόρος δούλευε πολύ κοντά στον βασιλιά. Κάτι θα ήξερε για να τα λέει αυτά. Όσο περνού­σαν οι μέρες, το συζητούσαν στα κρυφά. Ένα βράδυ ο Εωσφόρος αποφάσισε ότι θα επαναστατούσε».

«Τι;;;» φώναξε ο Νικόλας. «Μα δεν του έκανε τίποτα ο βασιλιάς!»

«Την ίδια απορία είχε και ο πρώτος φίλος του όταν το έμαθε. Και όμως, αυτό συνέβη», συνέχισε η Άννα. «Τις επόμενες μέρες ο Εωσφό­ρος άρχισε να μιλάει με τους υπόλοιπους εξωγήινους στο παλάτι του βασιλιά. Τους έλεγε ότι κάτι έπαιζε με τον βασιλιά, με όλα τα λόγια του περί αγάπης κτλ. “Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι ο βα­σιλιάς εννοεί αυτά που λέει και δεν κάνει άλλα πράγματα πίσω από την πλάτη μας;” ψιθύριζε συνωμοτικά. “Αν με βοηθήσετε να γίνω εγώ βασιλιάς, υπόσχομαι ότι δεν θα σας κρύβω τίποτα”. Οι περισσότεροι εξωγήινοι δεν τον πίστεψαν– »

«Καλά έκαναν!»

«Δυστυχώς, όμως, πολλοί πείστηκαν από τα λόγια του».

«Όχιιιι…»

«Ο Εωσφόρος είδε ότι είχε αρκετούς υποστηρικτές και πήρε θάρ­ρος. Παραιτήθηκε από τη δουλειά του, πήρε μερικούς βοηθούς και πήγε να μιλήσει με τους εξωγήινους που έμεναν έξω από το παλάτι. Σιγά σιγά δημιουργήθηκε ολόκληρο κίνημα!»

«Μα δεν το είπε κάποιος στον βασιλιά;»

«Εννοείται πως κάποια στιγμή κάποιος τον κατάλαβε και έκανε αναφορά. Ο βασιλιάς, όμως, αποφάσισε να μην τιμωρήσει αμέσως τον Εωσφόρο».

«Γιατί;»

«Γιατί αν το έκανε αυτό, όλοι οι υπόλοιποι εξωγήινοι θα σταματού­σαν να τον αγαπούν και θα άρχιζαν να τον φοβούνται. Αυτό δεν το ήθελε καθόλου ο βασιλιάς. Ήταν και ένας άλλος λόγος: αγαπούσε ακόμη τον Εωσφόρο και ήθελε να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Έτσι, κάλεσε τον Εωσφόρο και τους ακολούθους του να έρθουν στο Συμβούλιο για να το συζητήσουν, μήπως βρούνε μια λύση. Ο Εωσφό­ρος πήγε. Άρχισε να λέει ανοιχτά τις υποψίες του και να κατηγορεί τον βασιλιά. Όσο και να προσπαθούσε ο βασιλιάς να του δείξει ότι δεν έκανε αυτά για τα οποία τον κατηγορούσε, αυτός πείσμωνε ακόμη παραπάνω! Τελικά καταλάβανε ότι δεν θα έβγαινε άκρη. Πάλι, όμως, ο βασιλιάς δεν ήθελε να σκοτώσει ακόμη τον Εωσφόρο. Σκέ­φτηκε και σκέφτηκε και στο τέλος κατέστρωσε ένα σχέδιο. Θα άφηνε τον Εωσφόρο και τους ακολούθους του ελεύθερους για να αποδείξει σε όλους δύο πράγματα: πρώτον, ότι πραγματικά κυβερνά με αγάπη και δεν κρύβει πράγματα από τους υπηκόους του, και δεύτερον, ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης παρά με αγάπη. Έτσι, όταν θα ερχόταν η στιγμή να τιμωρήσει τους επαναστάτες, θα κατα­λάβαιναν όλοι οι υπόλοιποι ότι έκανε το σωστό πράγμα και δεν θα υπήρχε λόγος να σκεφτεί κανείς άλλος να επαναστατήσει. Ο βασιλιάς κάλεσε, λοιπόν, τον Εωσφόρο και έκαναν μια συμφωνία. Δεν θα ήταν τελείως ελεύθερος ο Εωσφόρος να κάνει ό,τι θέλει, αλλά συμφωνή­θηκαν και περιπτώσεις όπου ο βασιλιάς δεν θα μπορούσε να επέμβει στις πράξεις του Εωσφόρου. Και έτσι άρχισε ένα είδος πολέμου με­ταξύ τους, όχι τόσο με όπλα και σπαθιά, αλλά κυρίως με λόγια, πρά­ξεις και πιστεύω. Το κεντρικό ερώτημα στο σύμπαν ήταν: Ποιος αξίζει να είναι βασιλιάς και ποιανού οι αρχές είναι οι σωστές;»

Η Άννα χαμογέλασε όταν είδε ότι ο ξάδελφός της μισοκοιμόταν και πήγε να σηκωθεί.

«Τι; Αυτό είναι;» ρώτησε ο Νικόλας ανοίγοντας τα μάτια του.

«Αυτό είναι για σήμερα. Αύριο θα σου πω τη συνέχεια γιατί άμα σου το πω τώρα, θα έχεις κοιμηθεί πριν τελειώσω και θα πρέπει να σ’ το ξαναπώ αύριο».

«Καλά… Καληνύχτα Άννα!» είπε και της έδωσε μια μεγάλη αγκαλιά.

«Καληνύχτα Νικόλα», απάντησε η Άννα και σηκώθηκε. «Όνειρα γλυκά». Έκλεισε το φως και επέστρεψε στο δωμάτιό της. Αναστέναξε. Μα­κάρι να μπορούσε να κοιμηθεί κι αυτή τώρα… Είχε, όμως, μερικές ασκήσεις ακόμη να κάνει.