Πλησίαζε η εξεταστική περίοδος. Η Άννα σταμάτησε να βγαίνει τόσο πολύ και αφοσιώθηκε στο διάβασμα. Όταν έφτασε η στιγμή να γράψει το πρώτο μάθημα, ήταν έτοιμη. Είχε, βέβαια, λίγο άγχος όταν έκατσε στο θρανίο και άρχισαν να μοιράζουν τα θέματα, αλλά όταν παρέδωσε τις κόλλες της μιάμιση ώρα αργότερα, ήταν σίγουρη ότι έγραψε καλά. Δόξα τω Θεώ είχαν πέσει θέματα από το κομμάτι που είχε διαβάσει πολύ καλά. Βγαίνοντας στο προαύλιο είδε μερικές φίλες της να έχουν μαζευτεί στην εξώπορτα. Μια από αυτές, η κολλητή της η Αντιγόνη, την είδε και της κούνησε το χέρι.
«Εσένα περιμέναμε!» είπε στην Άννα μόλις έφτασε στην παρέα. «Σκεφτόμαστε να πάμε μια βόλτα στο πάρκο. Θα έρθεις;»
«Ωραία. Ναι, ευκαιρία να βγω λίγο έξω», απάντησε η Άννα.
Τα κορίτσια κίνησαν προς το πάρκο συζητώντας τα θέματα που είχαν πέσει και συγκρίνοντας τις απαντήσεις τους. Σταμάτησαν στο περίπτερο να πάρουν κάτι να πιούν και φτάνοντας στο πάρκο έπιασαν το πρώτο άδειο παγκάκι που βρήκαν. Οι κουβέντες τους τότε στράφηκαν προς άλλα θέματα. Η Άννα γελούσε με την ιστορία που έλεγε μια κοπέλα για το ξαδελφάκι της που ήταν μωρό, όταν με την άκρη του ματιού της είδε την Αντιγόνη να βγάζει από την τσάντα της ένα πορτοφολάκι και να αρχίζει να στρίβει τσιγάρο. Η Άννα σκάλωσε. Η Αντιγόνη έβαλε το τσιγάρο στα χείλη και το άναψε.
«Από πότε καπνίζεις Αντιγόνη;» κατάφερε να βρει τη φωνή της η Άννα. Τότε πρόσεξε και μια άλλη κοπέλα δίπλα της που έστριβε. «Βασικά, και οι δυο σας. Από πότε καπνίζετε;»
Τα κορίτσια κοίταξαν η μια την άλλη και μετά η Αντιγόνη γύρισε προς την Άννα. «Ε, έχει κάνα μήνα τώρα», είπε δήθεν αδιάφορα. Ύστερα κοίταξε την Άννα κατάματα. «Μην το πεις πουθενά. Άμα το μάθει η μητέρα μου θα με σκοτώσει».
Η Άννα στεναχωρήθηκε, αλλά ήξερε πόσο αυστηρή ήταν η μητέρα της Αντιγόνης με την κόρη της. «Μην ανησυχείς, δεν θα το πω, αλλά γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Ξέρεις πόσο κακό κάνει στην υγεία σου».
«Μην αγχώνεσαι. Δεν καπνίζω συχνά, μόνο κάθε τόσο όταν θέλω να ξεσκάσω», αποκρίθηκε η Αντιγόνη και πείσμωσε. «Δεν αντέχω άλλο τη μητέρα μου. “Διάβασε, διάβασε, έχεις διαβάσει; όταν τελειώσεις το διάβασμα, τι βαθμό πήρες;” μου λέει συνέχεια. Μα συνέχεια! Και τώρα θέλει να μου φέρει μια κυρία για το καλοκαίρι να μου κάνει ιδιαίτερα Έκθεση και Λογοτεχνία! Α’ Λυκείου είμαι ακόμα! Τι θα συμβεί όταν είμαι Γ’ Λυκείου, δηλαδή; Θα με κλειδώσει στο δωμάτιο;» Ρούφηξε βαθιά το τσιγάρο και φύσηξε ένα σύννεφο καπνού προς τον ουρανό. «Είναι από πάνω μου συνέχεια και δεν μπορώ άλλο! Όταν είμαι έξω θα κάνω ό,τι γουστάρω. Δεν της αρέσει το κάπνισμα; Θα καπνίσω τότε. Έτσι, να καταλάβει ότι δεν μπορεί να με κάνει ό,τι θέλει!». Ξαφνικά κύλησαν δύο δάκρυα στα μάγουλά της.
Η Άννα πήγε και την αγκάλιασε. «Συγγνώμη Αντιγόνη μου», είπε. «Δεν ήθελα να σε αναστατώσω». Έκανε ένα βήμα πίσω χωρίς να της αφήσει τα χέρια και την κοίταξε στα μάτια. «Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένη, αλλά δεν είναι λύση αυτή. Μόνο κακό σου κάνει. Έλα, κάτσε λίγο να ηρεμήσεις», είπε και την οδήγησε στο παγκάκι.
Τα κορίτσια της έκαναν χώρο να κάτσει και η μια ρώτησε την Αντιγόνη, «Δεν μπορείς να μιλήσεις στη μητέρα σου να της πεις πώς νιώθεις;»
«Προσπάθησα αρκετές φορές. Δεν ακούει. Το ξέρω ότι πιστεύει πως το κάνει για το καλό μου, αλλά δεν ακούει ποτέ τι θέλω εγώ».
«Αν μιλήσεις με τον πατέρα σου;» πρότεινε μια άλλη.
«Αυτός έχει το μυαλό συνέχεια στη δουλεία. Μου λέει “Ό,τι πει η μητέρα σου”».
Τα κορίτσια κοίταξαν η μια την άλλη συλλογισμένες.
«Πρέπει να κάνεις απεργία! Θα μποϊκοτάρεις τα έξτρα μαθήματα που σου βάζει», είπε ξαφνικά μια και γέλασαν μερικές στα κρυφά.
«Ίσως όχι και απεργία, αλλά αν ορίσεις συγκεκριμένο ωράριο διαβάσματος; Όπως κάνουν στη δουλειά, όταν σχολάς κανονικά δεν ασχολείσαι άλλο μέχρι την επόμενη βάρδια», πρότεινε η πρώτη κοπέλα.
«Δεν ξέρω αν θα δουλέψει αυτό», αποκρίθηκε η Αντιγόνη. «Προσπάθησα κάτι παρόμοιο ήδη, αλλά τελικά δεν το σεβάστηκε η μητέρα. Θα ξαναπροσπαθήσω, όμως». Ύστερα τις κοίταξε μία μία. «Ευχαριστώ που προσπαθείτε να με βοηθήσετε», είπε και χαμογέλασε.
«Θα είμαστε πάντα εδώ για σένα».
«Ό,τι χρειαστείς, πες μας».
«Μπορείς να έρχεσαι σπίτι μου να διαβάζουμε μαζί», της απάντησαν τα κορίτσια.
«Θα προσεύχομαι για σένα και τη μητέρα σου», πρόσθεσε η Άννα.
Η Αντιγόνη την κοίταξε σκεπτική. «Και τι διαφορά θα κάνει να προσευχηθείς; Σιγά μην ασχολείται ο Θεός με τέτοια πράγματα».
«Ο Θεός μας αγαπάει όλους, και εσένα Αντιγόνη, και θέλει το καλό μας», απάντησε η Άννα. «Μπορεί εσύ να μη το πιστεύεις, αλλά είναι αλήθεια. Ο Θεός θέλει να σε βοηθήσει με ό,τι και να σε δυσκολεύει ή σε στεναχωρεί. H Αγία Γραφή μάς παροτρύνει:
όλη τη μέριμνά σας ρίξτε την επάνω σ’ αυτόν, επειδή αυτός φροντίζει για σας. (‘Α Πέτρου 5:7)
Ο Θεός έχει υποσχεθεί πως όταν προσευχόμαστε, Αυτός θα ακούσει και θα κάνει ό,τι μπορεί για να μας βοηθήσει».
«Χμ, οκ. Αν θέλεις να προσευχηθείς για μένα, δεν έχω πρόβλημα».
«Τέλεια. Τώρα για το κάπνισμα…»
«Άντε, θα το κόψω, οκ;» Η Άννα χαμογέλασε. «Οκ».
