Δυνατή, χαρούμενη μουσική αντήχησε στο μαγαζί όταν χτύπησε το ξυπνητήρι της Άννας, η οποία παραλίγο να χύσει το τσάι της πάνω στο λάπτοπ στη βιασύνη της να το κλείσει. Είχε ξεχάσει πόσο δυνατά χτυπούσε αυτό το πράγμα.
«Συγγνώμη», είπε στα κορίτσια που καθόταν δίπλα της και στο πίσω τραπέζι, οι οποίες μάλλον είχαν αναστατωθεί λίγο με τον απρόσμενο ήχο. Εκείνο το απόγευμα είχαν μαζευτεί για να διαβάσουν όλες μαζί σε μια καφετέρια με αφορμή τα διαγωνίσματα που είχαν προγραμματιστεί για τις επόμενες μέρες.
«Γιατί έβαλες ξυπνητήρι;» τη ρώτησε η κολλητή της η Αντιγόνη αφήνοντας ένα ροζ στάμπιλο στην κασετίνα της.
«Για να κάνω διάλειμμα. Άμα κάθομαι πολλές ώρες κουράζομαι πιο γρήγορα. Θες να πάμε να περπατήσουμε μια γύρα να πάρουμε λίγο φρέσκο αέρα;»
Τα δύο κορίτσια σηκώθηκαν και αφού ενημέρωσαν τις υπόλοιπες, βγήκαν στο ηλιόλουστο πεζοδρόμιο. Ένα ελαφρύ κρύο αεράκι φύσηξε θυμίζοντάς τους ότι ήταν ήδη Δεκέμβριος και ξαναμπήκαν μέσα για να πάρουν τα μπουφάν τους. Καθώς περπατούσαν στο πάρκο που βρισκόταν απέναντι από την καφετέρια, η Άννα είδε κάποιον να τρέχει και θυμήθηκε κάτι.
«Αντιγόνη, πας ακόμη για τρέξιμο; Θυμάμαι ότι είχες ξεκινήσει, αλλά τώρα τελευταία δεν θυμάμαι να μου έχεις πει κάτι γι’ αυτό».
Η Αντιγόνη χαμογέλασε αμήχανα. «Δεν έχω πει κάτι επειδή έχω σταματήσει να πηγαίνω. Ξέρεις, άρχισαν τα διαγωνίσματα και πρέπει να διαβάζω περισσότερο… σκοτεινιάζει και πιο νωρίς τώρα».
«Χμμ, κατάλαβα. Ρωτάω επειδή σκεφτόμουνα να αρχίσω και εγώ το τρέξιμο. Παρατήρησα ότι τελευταία κάθομαι πολύ στο σπίτι και τέτοιο καιρό που νυχτώνει νωρίς με πιάνει κάτι σαν μια μίνι κατάθλιψη, ειδικά όταν έχει συννεφιά. Διάβασα ότι βοηθάει η γυμναστική και το να βγαίνεις έξω. Θα προτιμούσα να μη πηγαίνω μόνη μου, όμως, οπότε θέλεις να πηγαίνουμε μαζί;»
«Πράγματι βοηθάει», απάντησε η Αντιγόνη. «Τι ώρες σκέφτεσαι να πας;»
Μέχρι να ολοκληρώσουν τον γύρο του πάρκου είχαν κανονίσει να πηγαίνουν μαζί για τρέξιμο δύο φορές την εβδομάδα. Έπειτα έκατσαν να συνεχίσουν να διαβάζουν για το αυριανό διαγώνισμα.
Πέρασε η ώρα και σιγά σιγά άρχισαν να φεύγουν τα κορίτσια. Στο τέλος είχαν μείνει μόνο τρεις και αποφάσισαν ότι μάλλον ήρθε η ώρα να φύγουν και αυτές.
«Άννα, παρατήρησα ότι δεν πήρες καφέ όση ώρα είμασταν μέσα. Δεν πίνεις καθόλου;» ρώτησε η Κατερίνα ενώ περπατούσαν.
«Καθόλου», αποκρίθηκε η Άννα και κάνοντας έναν μορφασμό. «Δεν μου αρέσει καθόλου η γεύση του».
Η Κατερίνα γέλασε με την έκφρασή της. «Ξέρεις, μπορείς να βάλεις γάλα και σιρόπια για να γίνει καλύτερο».
«Και πάλι, όχι», απάντησε η Άννα. «Αν σου βάλω μπάμιες μαζί με τούρτα, θα τις φας;»
«Ίιιουυυ, όχι!» είπε η Κατερίνα και γέλασαν όλες. «Τι αναλογία είναι αυτή;»
Η Άννα σήκωσε τους ώμους. «Έτσι νιώθω και για τον καφέ», είπε. «Εξάλλου, προτιμώ να κοιμάμαι τα βράδια».
Η Κατερίνα συμφώνησε. «Ισχύει. Αν πιώ καφέ μετά τις δύο, ύστερα δεν μπορώ να κοιμηθώ καλά και την επόμενη μέρα είμαι χάλια, οπότε ξαναπίνω καφέ».
«Ναι… προσωπικά θεωρώ πως είναι καλύτερο να φροντίζω να λειτουργεί σωστά ο οργανισμός μου από μόνος του παρά να τον αναγκάζω να λειτουργεί επειδή δεν έχω την όρεξη να τον φροντίζω», είπε η Άννα. «Αν και είναι πολύ εύκολο να ξεχαστώ στο κινητό με τις ώρες και να κοιμάμαι αργά…»
«Πω, ναι!» είπε η Αντιγόνη. «Και εγώ το παθαίνω αυτό. Του χρόνου που θα είμαστε Γ’ Λυκείου σκοπεύω να διαγράψω τα social media από το κινητό μου για να μη σπαταλάω εκεί το χρόνο μου».
«Αυτό έκανε και η ξαδέλφη μου η Μαρία», είπε η Άννα. «Λέει πως είναι δύσκολο στην αρχή αλλά αξίζει».
Με το ένα και με το άλλο, έφτασαν στη διασταύρωση όπου χώριζαν οι δρόμοι τους, όπου χαιρετηθήκανε και πήγε η κάθε μια σπίτι της.
Μπαίνοντας η Άννα στο δικό της σπίτι, βρήκε τη μητέρα της να ετοιμάζει το αυριανό φαγητό.
«Γειά σου Αννούλα!» τη χαιρέτησε μόλις την είδε. «Πέρασες καλά; Έχεις φάει; Έχει φακές ζεστές στην κατσαρόλα και έχω φτιάξει και σκορδόψωμο αν θες».
«Καλά είμαι μαμά», απάντησε η Άννα. «Τσιμπήσαμε κάτι στην καφετέρια οπότε δεν πεινάω».
Η μητέρα παραξενεύτηκε. Τέτοια ώρα πάντα πεινούσε η Άννα, και πολύ μάλιστα. Έπλυνε τα χέρια της και πλησίασε την Άννα. «Σίγουρα είσαι καλά;» τη ρώτησε βάζοντας το χέρι στο μέτωπο να δει αν έχει πυρετό. «Δεν έχεις πυρετό. Έχεις μήπως περίοδο και σου κόπηκε η όρεξη;»
«Ηρέμησε μαμά», προσπάθησε να την καθησυχάσει η Άννα. «Είδα τις προάλλες ότι έχω πάρει δύο-τρία κιλά και είπα να αρχίσω δίαιτα».
Η μητέρα, όμως, φάνηκε να αγχώθηκε περισσότερο με αυτό. «Άφησε την τσάντα και κάτσε εδώ μωρό μου», της είπε και την οδήγησε στο τραπέζι. «Αφού είσαι μια χαρά όμορφο κορίτσι, γιατί θέλεις να αδυνατίσεις κι άλλο; Ξέρεις, όλα αυτά τα μοντέλα έχουν προβλήματα επειδή είναι τόσο λεπτές και πολλά από τα κορίτσια που βλέπεις στο ίντερνετ χρησιμοποιούν φίλτρα. Το γυναικείο σώμα χρειάζεται να έχει λίγο λίπος για να λειτουργεί σωστά. Επίσης, τα κιλά και η εικόνα του σώματός σου δεν εξαρτώνται μόνο το πόσες θερμίδες τρως, αλλά και από τον κύκλο σου και άλλα πράγματα. Είναι φυσιολογικό να μην έχεις πάντα επίπεδη κοιλιά».
«Μαμά, τα ξέρω αυτά. Θέλω απλώς να είμαι πιο υγιείς».
«Κορίτσι μου, αν θέλεις να είσαι πιο υγιείς κάνε γυμναστική, κόψε τα τσιμπολογήματα και κοιμήσου σωστά. Το να μη τρως γεύματα δεν θα βοηθήσει. Άκουσέ με. Τα πέρασα και εγώ αυτά. Ήξερες ότι όταν ήμουν στην ηλικία σου πέρασα από ανορεξία; Είναι αρρώστια Αννούλα μου και δεν θέλω να το περάσεις και εσύ αυτό. Θέλω να φροντίζεις το σώμα σου επειδή το αγαπάς, όχι επειδή κάποιοι σου είπαν ότι είσαι χοντρή ή άσχημη. Εντάξει;»
Η Άννα ήταν σκεφτική.
«Παιδάκι μου γλυκό, είσαι δημιούργημα του Θεού και Αυτός σε αγαπάει έτσι πως είσαι, όπως και εμείς οι γονείς σου. Ε; Πώς θα αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου εάν δεν αγαπάς τον εαυτό σου;»
«Αυτό δεν το είχα σκεφτεί ποτέ», ομολόγησε η Άννα. «Έχεις δίκιο, θα προσπαθήσω να αλλάξω τη στάση μου. Και να σου πω την αλήθεια μαμά… πεινάω. Θα μπορούσες να μου βάλεις φακές και ένα μικρό κομματάκι σκορδόψωμο;»
Η μητέρα χαμογέλασε ανακουφισμένη και τη φίλησε. «Εννοείται. Άντε, πήγαινε πλύνε τα χέρια σου πρώτα».
Καθώς έτρωγε η Άννα άρχισε να εξιστορεί στη μητέρα της τα γεγονότα της ημέρας.
«Κανονίσαμε και με την Αντιγόνη να πηγαίνουμε μαζί για τρέξιμο δύο φορές την εβδομάδα», είπε κάποια στιγμή. «Τώρα, όμως, θα το κάνω για να ενδυναμώσω το πολυαγαπημένο σώμα μου». Της έκλεισε το μάτι και χαμογέλασε.
