Η Άννα και τα αδέλφια της κοντοστάθηκαν στην πόρτα της αίθουσας και θαύμασαν το σκηνικό που απλώνονταν μπροστά τους. Το μουντό βαρετό δωμάτιο είχε μεταμορφωθεί σε μια ζεστή φιλόξενη τραπεζαρία.
«Καλώς ήρθατε!» τους χαιρέτησε μια από τις μεγαλύτερες κοπέλες. «Σαν στο σπίτι σας!»
Η Άννα της χαμογέλασε και πήγε να χαιρετήσει και τους υπόλοιπους που βρίσκονταν στο δωμάτιο. Έπειτα βρήκε την ξαδέλφη της τη Σοφία, η οποία της έδειξε πού να ακουμπήσει το μπωλ με τη σαλάτα που είχαν φέρει από το σπίτι.
«Τι ωραία που το έχετε στήσει!» άκουσε την Νικολέτα να λέει. Πράγματι, το δωμάτιο ήταν αγνώριστο. Σειρές από μικρά φωτάκια κρέμονταν στους τοίχους και ανάμεσά τους υπήρχαν κρεμασμένα κλαδιά ελιάς. Στη μέση του δωματίου είχε στηθεί ένα μακρύ τραπέζι, το οποίο γέμιζε σιγά σιγά με πιατέλες και μπωλ από τα οποία αναδύονταν λαχταριστά αρώματα. Στο κέντρο του τραπεζιού δέσποζε μια μεγάλη πιατέλα με… ψητό αρνί! Θα τρώγανε καλά σήμερα.
Αφού συγκεντρώθηκε σχεδόν όλη η νεολαία της εκκλησίας, σηκώθηκαν ο Γιάννης και η Σοφία, οι διοργανωτές του αποψινού δείπνου, και κάλεσαν όλους να καθίσουν γύρω από το τραπέζι. Όταν βολευτήκανε, ο Γιάννης τους έκανε νόημα να ησυχάσουν και άρχισε να μιλάει.
«Καλησπέρα και καλωσήρθατε όλοι και όλες για μια ακόμη φορά. Χαίρομαι πολύ που βρισκόμαστε όλοι εδώ απόψε για να περάσουμε χρόνο μαζί. “Kαλύτερoι oι δύο παρά o ένας” διαβάζουμε στο βιβλίο του Εκκλησιαστή και ενώ ο συγγραφέας μάλλον είχε κάτι άλλο στο νου του, πιστεύω ότι το εδάφιο ισχύει και σε αυτήν την περίσταση. Άλλωστε, πώς θα τα τρώγαμε όλα αυτά μόνοι μας εγώ και η Σοφία, αν δεν ερχόσασταν και εσείς να μας βοηθήσετε;»
Μ’ αυτό γέλασε ολόκληρο το τραπέζι.
«Πέραν ταύτα, πριν αρχίσουμε να τρώμε θα ήθελα να πάρω λίγο από το χρόνο σας για να διαβάσουμε μερικά εδάφια. Θα ήθελα να ανοίξετε τις Γραφές σας στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, κεφάλαιο 13 και θα ήθελα τρία άτομα να διαβάσουν εδάφια 1-5, 6-11 και 12-15».
Kαι πριν από τη γιορτή τού Πάσχα, ο Iησούς, ξέροντας ότι ήρθε η ώρα του, για να αναχωρήσει από τον κόσμο τούτο προς τον Πατέρα, έχοντας αγαπήσει τούς δικούς του που ήσαν μέσα στον κόσμο, τους αγάπησε σε τέλειο βαθμό. Kαι αφού έγινε δείπνο, (ο δε διάβολος είχε ήδη βάλει στην καρδιά τού Iούδα τού Σίμωνα, του Iσκαριώτη, να τον παραδώσει)· ο Iησούς, ξέροντας ότι ο Πατέρας έδωσε σ’ αυτόν τα πάντα στα χέρια του, και ότι από τον Θεό βγήκε και προς τον Θεό πηγαίνει, σηκώνεται από το δείπνο, και βγάζει τα ιμάτιά του, παίρνοντας δε μία πετσέτα, ζώστηκε ολόγυρα στη μέση. Έπειτα, βάζει νερό στη λεκάνη, και άρχισε να πλένει τα πόδια των μαθητών, και να τα σκουπίζει με την πετσέτα, που είχε ζωσμένη στη μέση.
Έρχεται, λοιπόν, στον Σίμωνα Πέτρο· και εκείνος τού λέει: Kύριε, εσύ μού πλένεις τα πόδια; O Iησούς αποκρίθηκε και του είπε: Eκείνο που εγώ κάνω, εσύ δεν το ξέρεις τώρα, θα το γνωρίσεις, όμως, ύστερα απ’ αυτά. O Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Δεν θα πλύνεις τα πόδια μου στον αιώνα. O Iησούς αποκρίθηκε και του είπε: Aν δεν σε πλύνω, δεν έχεις μέρος μαζί μου. O Σίμωνας Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Kύριε, όχι μονάχα τα πόδια μου, αλλά και τα χέρια, και το κεφάλι. O Iησούς λέει σ’ αυτόν: Eκείνος που είναι λουσμένος δεν έχει ανάγκη παρά μονάχα τα πόδια να πλύνει, για τον λόγο ότι είναι ολόκληρος καθαρός· εσείς είστε καθαροί, αλλά όχι όλοι. Eπειδή, ήξερε εκείνον που επρόκειτο να τον παραδώσει· γι’ αυτό, είπε: Δεν είστε όλοι καθαροί.
Aφού, λοιπόν, έπλυνε τα πόδια τους, και πήρε τα ιμάτιά του, μόλις κάθησε ξανά, τους είπε: Ξέρετε τι έκανα σε σας; Eσείς με φωνάζετε: O δάσκαλος και ο Kύριος· και καλά λέτε, επειδή είμαι. Aν, λοιπόν, εγώ, ο Kύριος και ο δάσκαλος, σας έπλυνα τα πόδια, και εσείς χρωστάτε να πλένετε ο ένας τα πόδια τού άλλου. Eπειδή, παράδειγμα έδωσα σε σας, για να κάνετε και εσείς, όπως εγώ έκανα σε σας. (κατά Ιωάννη 13:1-15)
«Τι μπορούμε να μάθουμε από αυτά τα εδάφια, λοιπόν;» ρώτησε ο Γιάννης.
«Αν θυμάμαι καλά, το να πλένει κανείς τα πόδια του άλλου ήταν η δουλειά ενός υπηρέτη», απάντησε η Λυδία. «Εδώ, όμως, βλέπουμε τον Ιησού να πλένει τα πόδια των μαθητών Του, προσπαθώντας να τους δείξει ότι πρέπει να αγαπούν και να υπηρετούν ο ένας τον άλλον».
«Κάτι παρόμοιο θέλω να πω και εγώ», είπε ο Λουκάς. «Κάποια στιγμή ο Χριστός είπε ότι
ο Yιός τού ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο για πολλούς. (κατά Μάρκον 10:45)
Πιστεύω ότι ο Χριστός ήθελε να τους το θυμίσει αυτό όταν έπλυνε τα πόδια τους».
«Στα πρώτα εδάφια μπορούμε να δούμε κάτι πολύ ενδιαφέρον», παρατήρησε η Μαρία. «Ο Ιησούς πλένει τα πόδια των μαθητών Του γνωρίζοντας ότι είναι ο Υιός του Θεού και ότι ο Πατέρας Του έχει δώσει εξουσία πάνω σε όλα. Μπορούμε να δούμε την ταπεινοφροσύνη του Χριστού και την τεράστια διαφορά ανάμεσα στις αξίες του Θεού και στις αξίες των ανθρώπων».
«Ευχαριστώ, είναι πολύ πετυχημένες οι παρατηρήσεις σας», είπε ο Γιάννης. «Οπότε, παίρνοντας παράδειγμα από τον Ιησού, θα ήθελα να σας καλέσω, αν θέλετε, να χωριστείτε σε δυάδες και να πλύνετε ο ένας τα πόδια του άλλου. Δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά αν κάποιος δεν θέλει να το κάνει, ας αναρωτηθεί ποιος είναι ο λόγος που το αποφεύγει». Συνέχισε δίνοντας οδηγίες σε αυτούς που θα συμμετείχαν στο νίψιμο των ποδιών.
Όταν τελείωσαν όλοι και ξανακάθισαν γύρω από το τραπέζι, ο Γιάννης τους ευχήθηκε καλή όρεξη και άρχισαν όλοι να σερβίρουν ο ένας τον άλλον και να τρώνε. Ταυτόχρονα κουβέντιαζαν ζωηρά και κάθε τόσο ακούγονταν «Γειά στα χέρια σου!» ενώ ανακάλυπταν ολοένα και πιο νόστιμα πιάτα.
Κάποια στιγμή, ενώ είχαν χορτάσει όλοι και χαλάρωσαν, σηκώθηκαν μερικοί και άρχισαν να αδειάζουν το τραπέζι. Έπειτα η Σοφία έφερε ένα πιάτο και μια κανάτα και τα έβαλε στο τραπέζι μπροστά από τον Γιάννη. Αυτός τότε σηκώθηκε και ζήτησε για μια ακόμη φορά την προσοχή όλων.
«Φάγατε καλά;» τους ρώτησε.
«Ναιιι!!» ακούστηκε από όλη την παρέα.
«Ωραία, χαίρομαι. Καθώς τελειώνουμε το γεύμα μας, σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να έχουμε Θεία Κοινωνία όλοι μαζί. Θα ήθελα να σας ζητήσω να ανοίξετε πάλι τις Γραφές σας, αυτή τη φορά στην επιστολή προς Κορινθίους Α’ 11:28-29. Ας το διαβάσει κάποιος».
« Aς δοκιμάζει, λοιπόν, ο άνθρωπος τον εαυτό του, και έτσι ας τρώει από τον άρτο, και ας πίνει από το ποτήρι. Eπειδή, αυτός που τρώει και πίνει με ανάξιο τρόπο, τρώει και πίνει κατάκριση στον εαυτό του, μη διακρίνοντας το σώμα τού Kυρίου. (προς Κορινθίους Α’ 11:28-29) ».
«Σε αυτά τα εδάφια ο απόστολος Παύλος προσπαθεί να εξηγήσει στους Κορινθίους ότι η Θεία Κοινωνία δεν είναι απλώς κάτι που κάνουμε επειδή έτσι μας ζήτησε ο Χριστός. Αντιθέτως, με την τελετή αυτή θυμόμαστε και τιμάμε τη θυσία του Χριστού για μας, οπότε πρέπει να ερχόμαστε μπροστά στον Κύριο με ευγνωμοσύνη και σωστή καρδιά. Γι’ αυτό θα σας δώσω τώρα πέντε λεπτά για προσωπική σιωπηλή προσευχή».
Όταν πέρασαν τα πέντε λεπτά ο Γιάννης ξαναπήρε το λόγο. «Αφού είμαστε πλέον έτοιμοι στην καρδιά, ας διαβάσουμε τι έκανε ο ίδιος ο Χριστός.
Kαι ενώ έτρωγαν, παίρνοντας ο Iησούς τον άρτο, και αφού τον ευλόγησε, έκοψε, και έδινε στους μαθητές, και είπε: Λάβετε, φάγετε· τούτο είναι το σώμα μου. Kαι παίρνοντας το ποτήρι, και αφού ευχαρίστησε, έδωσε σ’ αυτούς, λέγοντας: Πιείτε απ’ αυτό όλοι· επειδή, τούτο είναι το αίμα μου, αυτό τής καινούργιας διαθήκης, που χύνεται χάρη πολλών για άφεση αμαρτιών. (κατά Ματθαίον 26:26-28)
Ας ακολουθήσουμε και εμείς το παράδειγμά Του».
Με αυτά το λόγια, ο Γιάννης πήρε το πιάτο με το άζυμο ψωμί και έκανε προσευχή ευλογίας. Έπειτα το έσπασε σε κομματάκια, πήρε ένα και έδωσε το πιάτο στον διπλανό του. Αφού έκανε το πιάτο τον γύρο του τραπεζιού και είχαν πάρει όλοι από ένα κομμάτι, το έφαγαν όλοι μαζί.
Ύστερα ο Γιάννης πήρε την κανάτα με τον χυμό σταφυλιού και έκανε προσευχή ευχαριστίας. Αφού πρώτα μοιράστηκαν καθαρά ποτηράκια σε όλους, ο Γιάννης έχυσε λίγο από το περιεχόμενο της κανάτας στο ποτήρι του διπλανού του και του έδωσε την κανάτα για να κάνει αυτός του ίδιο. Όταν επέστρεψε στον Γιάννη η κανάτα, ήπιανε όλοι μαζί τον χυμό.
Έπειτα έψαλλαν όλοι μαζί έναν ύμνο δοξολογίας στον Θεό.
Αφού τελείωσαν, ο Γιάννης χαμογέλασε πλατιά και ανακοίνωσε: «Ας γιορτάσουμε, λοιπόν, το υπέροχο δώρο της χάρης που μας έχει δώσει ο Θεός και ας φάμε τα γλυκά!» Η Άννα γέλασε μαζί με τους υπόλοιπους και σηκώθηκε να βοηθήσει να φέρουν τα γλυκά στο τραπέζι. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο ήταν ακόμη ζεστή και φιλόξενη, αλλά τώρα ένιωθε και κάτι παραπάνω να το γεμίζει. Τότε κατάλαβε τι ήταν: η χαρά που έχει κάποιος στην παρουσία του Θεού.
