Ήταν Τρίτη απόγευμα και η Μαρία διάβαζε Ιστορία όταν θυμήθηκε την απόφαση που είχε πάρει. Το περασμένο Σάββατο είχε αποφασί­σει να προσευχηθεί να της δείξει ο Θεός τρόπο να ευλογεί αυτούς που συναντούσε στην καθημερινότητά της και ας μην είχε πολύ ελεύ­θερο χρόνο ή χρήματα. 

Αφού τελείωσε το κεφάλαιο που διάβαζε, έβγαλε το τετράδιο όπου σημείωνε όλες τις ιδέες που είχε. Το ξεφύλλισε μια στα γρήγορα και θυμήθηκε τις λίστες και τα σχέδια που είχε κάνει ανά καιρούς.

«Χώρες που θα ήθελα να επισκεφτώ», «Τι ρούχα πρέπει να ψωνίσω πριν αρχίσει το σχολείο», «Εδάφια για το Άγιο Πνεύμα», «Τα καλύ­τερα μυθιστορήματα του 2024», «Πώς πρέπει να είναι ο μελλοντικός άντρας μου», «Ιδέες για να αλλάξω το δωμάτιό μου».

Η Μαρία γύρισε σε μια κενή σελίδα και έγραψε πάνω πάνω:

«Πώς μπορώ να ευλογήσω τους ανθρώπους γύρω μου»

Σκέφτηκε λίγο και άρχισε να γράφει:

  • Να βοηθάω τη μαμά με τις καθαριότητες
  • Να βοηθάω τον Φίλιππο όταν έχει απορίες με το διάβασμα
  • Να κουβαλάω έξτρα στυλό να δανείζω σε αυτούς που ξέχα­σαν
  • Να δίνω λεφτά σε ζητιάνους

Το τελευταίο το ξανασκέφτηκε και το έσβησε.

  •  Να δίνω λεφτά σε ζητιάνους  Να ρωτάω τους άστεγους αν χρειάζονται νερό ή κάτι να φάνε.
  • Να βοηθάω στην εκκλησία
  • Να δώσω λεφτά για κάποιο φιλανθρωπικό έργο
  • Να γράφω ενθαρρυντικά εδάφια για την οικογένειά μου

Δεν είχε κάποια άλλη ιδέα εκείνη τη στιγμή, οπότε ξανακοίταξε αυτά που είχε γράψει. Τα πρώτα δύο απαιτούσαν χρόνο και συνήθως ήταν ήδη αργά όταν τελείωνε το διάβασμα. Το 3ο ήταν εύκολο, όπως και το τελευταίο. Για το 4ο και το 6ο χρειαζόταν λεφτά. Είχε μαζέψει ένα μικρό ποσό από το χαρτζιλίκι και τα δώρα της, το οποίο χρησιμο­ποιούσε για τις προσωπικές (μη απαραίτητες) αγορές της. Θα μπο­ρούσε να ξεχωρίσει ένα ποσοστό για να βοηθήσει κάποιον κάθε τόσο.

Έπιασε το μπουκάλι της να πιεί νερό και το βρήκε άδειο. Όταν μπήκε στην κουζίνα να το ξαναγεμίσει, είδε τη μητέρα της να καθαρίζει πατάτες για το βραδινό.

«Μαρία μου, μπορείς να μου βγάλεις τα ταψιά από τον φούρνο και να τον ανάψεις στους 180oC παρακαλώ;»

Καθώς το έκανε αυτό η Μαρία, αποφάσισε να συμβουλευτεί τη μη­τέρα της.

«Μαμά, ξέρεις πως λέμε ότι πρέπει να είμαστε ευλογία για τους ανθρώπους γύρω μας και να μοιραζόμαστε αυτά που μας έχει δώσει ο Θεός, σωστά;»

«Μάλιστα».

«Πώς μπορεί να το κάνει αυτό κάποιος όταν δεν έχει ούτε πολύ χρόνο, ούτε αρκετά λεφτά;»

Η μητέρα άρχισε να ξεπλένει τις πατάτες.

«Καταρχάς θυμάσαι γιατί λέμε ότι πρέπει να μοιραζόμαστε τις ευ­λογίες μας;» ρώτησε τη Μαρία.

«Αν θυμάμαι καλά, είναι επειδή ουσιαστικά ο Θεός είναι αυτός που μας έχει δώσει ό,τι έχουμε, οπότε δεν πρέπει να τα κρατάμε μόνο για τον εαυτό μας».

«Αυτός είναι ένας από τους λόγους, αλλά πιστεύω πως τον κύριο λόγο τον βρίσκουμε στα λόγια του Ιησού, όταν λέει πως η δεύτερη μεγαλύτερη εντολή μετά την αγάπη για τον Θεό είναι:

Θα αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου (κατά Ματ­θαίον 22:39)

και όταν λέει:

Kαινούργια εντολή σάς δίνω: Nα αγαπάτε ο ένας τον άλλον· όπως εγώ σας αγάπησα, και εσείς να αγαπάτε ο ένας τον άλ­λον. (κατά Ιωάννη 13:34)

Τώρα, για πες μου, τι κάνεις όταν αγαπάς κάποιον;»

«Εεε, καταρχάς του δείχνεις ότι τον αγαπάς. Μπορείς να του πεις ενθαρρυντικά λόγια, ή να του μαγειρέψεις το αγαπημένο του φα­γητό, να του δώσεις ένα δωράκι και να τον βοηθήσεις αν χρειάζεται κάτι».

«Ωραία. Αυτό ζητάει ο Θεός να το κάνουμε για οποιονδήποτε βλέ­πουμε ότι έχει ανάγκη. Βέβαια, πρέπει να γίνει με τρόπο που δεν βλά­πτει άλλους ανθρώπους. Για παράδειγμα, σκέψου πώς θα ήταν αν εγώ πήγαινα κάθε μέρα να κάνω εθελοντική δουλειά από το πρωί μέ­χρι το βράδυ. Για καλό σκοπό θα το έκανα και θα ευλογούσα τους ανθρώπους που θα βοηθούσα, αλλά δεν θα είχα καθόλου χρόνο να φροντίσω εσάς που είσαστε παιδιά μου. Άλλο παράδειγμα θα μπο­ρούσε να είναι το να δανείσει ο μπαμπάς σχεδόν όλα τα λεφτά του σε έναν φίλο του που έπαθε κάτι και έχει ανάγκη. Ο φίλος του θα ευλογούνταν, αλλά εμείς δεν θα είχαμε λεφτά να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Χρειάζεται, δηλαδή, μια ισορροπία και να βάζουμε προ­τεραιότητες, με προσευχή πάντα. Ο μπαμπάς π.χ. θα μπορούσε να κάτσει να δει πρώτα πόσα λεφτά του περισσεύουν για να δώσει από αυτά στον φίλο του, και να πει και σε δύο τρία άλλα άτομα τι έχει συμβεί για να τον βοηθήσουν όλοι μαζί.

»Από την άλλη, ωστόσο, δεν πρέπει να φοβόμαστε να κάνουμε το καλό, επειδή Θεός έχει υποσχεθεί ότι θα καλύπτει πάντα τις ανάγκες μας. Άμα θέλουμε να προσφέρουμε περισσότερο, μπορούμε να Του ζητήσουμε να μας δώσει τη δυνατότητα και τα μέσα και Αυτός ευχα­ρίστως θα μας δείξει πώς να το κάνουμε».

«Προσπαθείς να μου πεις ότι αντί να ρωτήσω εσένα, καλύτερα να ρωτήσω τον Θεό;»

«Αυτή είναι μια πολύ καλή ιδέα. Μπορεί και να σου προτείνει και κάτι που δεν θα το σκεφτόσουν από μόνη σου. Επίσης, μην ξεχάσεις ότι ακόμα και μικρά πράγματα ή πράγματα που κάνεις για τη βελτί­ωση του εαυτού σου μπορούν να είναι και αυτά ευλογίες για τους άλλους».

«Ε;» είπε η Μάρια λίγο μπερδεμένη.

«Σε μπέρδεψα, ε; Να σ’ το πω αλλιώς. Ο Θεός σου έχει δώσει κά­ποιες ικανότητες και ταλέντα, σωστά; Στον καθένα μας δίνει κάτι στο οποίο μπορούμε να το κάνουμε καλά, και μας καλεί όλους να χρησι­μοποιήσουμε αυτές τις ιδιαίτερες ικανότητές μας για να ευλογούμε τους άλλους. Ο Πέτρος π.χ. είναι καλός στα οικονομικά, αλλά δυσκο­λεύεται να μιλήσει με ανθρώπους που δεν γνωρίζει. Πώς θα μπο­ρούσε να είναι μεγαλύτερη ευλογία, αν πάει σε μια άλλη χώρα να κηρύξει το ευαγγέλιο, ή αν σπουδάσει οικονομικά, κάνει την καλύ­τερη δουλειά για τους πελάτες του και ταυτόχρονα βρει τρόπο να υποστη­ρίξει άλλους ανθρώπους να πάνε να κηρύξουν σε άλλη χώρα;»

«Το δεύτερο μάλλον».

«Παρομοίως, αν έχεις καλύτερη δουλειά, δεν θα έχεις και περισσό­τερα λεφτά και χρόνο να αφιερώσεις σε άλλα πράγματα για τον Θεό;»

«Ισχύει…», συμφώνησε η Μαρία.

«Για σκέψου και το άλλο. Αν πήγαιναν όλοι οι πιστοί καθημερινά να μιλάνε σε ανθρώπους για τον Θεό, πώς θα έτρωγαν; Ή αν όλοι ήταν γιατροί ή νοσοκόμοι ή τραγουδιστές; Όλοι αυτοί χρειάζονται αν­θρώπους να τους υποστηρίξουν για να μπορούν να συνεχίσουν τη δουλειά τους, κάποιος πρέπει να μαγειρεύει, να παρέχει υλικά, να οργανώνει τα ραντεβού ή τα ταξίδια τους, για παράδειγμα. Είναι όπως λέει ο απόστολος Παύλος:

Aν ολόκληρο το σώμα είναι μάτι, πού είναι η ακοή; Aν ολό­κληρο το σώμα είναι ακοή, πού είναι η όσφρηση; Aλλά, τώρα, ο Θεός έβαλε τα μέλη το κάθε ένα απ’ αυτά στο σώμα, όπως θέλησε. Aν, όμως, όλα ήσαν ένα μέλος, πού είναι το σώμα; Aλλά, τώρα μεν, είναι πολλά μέλη, όμως ένα σώμα. (προς Κο­ρινθίους Α’ 12:17-20)

Kαι αυτός [ο Χριστός] έδωσε άλλους μεν αποστόλους, άλ­λους δε προφήτες, άλλους δε ευαγγελιστές, άλλους δε ποι­μένες και δασκάλους, για την τελειοποίηση των αγίων, για το έργο τής διακονίας, για την οικοδομή τού σώματος του Xρι­στού· μέχρις ότου, ανεξαίρετα όλοι, να φτάσουμε στην ενό­τητα της πίστης, και της επίγνωσης του Yιού τού Θεού, σε τέ­λειον άν­δρα, σε μέτρο ηλικίας τού πληρώματος του Xριστού· (προς Εφεσίους 4:11-13)

Ο Θεός, δηλαδή, μας έχει δώσει διαφορετικές ικανότητες για να υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλον στη διάδοση του ευαγγελίου και τη φροντίδα της κοινότητας των πιστών».

«Α, κατάλαβα. Οπότε σε αυτό που είμαστε ήδη καλοί, να γινόμαστε ακόμα καλύτεροι και έτσι μπορούμε να βοηθάμε και τους άλλους κα­λύτερα».

«Το πέτυχες. Επιπλέον, η καλή μας διαγωγή και η προθυμία του να προσφέρουμε το καλύτερο είναι και αυτά μια μορφή μαρτυρίας. Φα­νερώνουν την αγάπη του Θεού που έχουμε μέσα μας. Αυτό το ενδια­φέρον για τον συνάνθρωπο είναι κάτι που εκτιμούν και αναζητούν οι περισσότεροι άνθρωποι και δεν χρειάζεται να το δείχνεις με μεγάλα δώρα και τέτοια. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να το κάνεις χωρίς να ξο­δεύεις πολύ χρόνο και χρήματα».

«Όπως όταν μας φέρνεις φρούτα ενώ διαβάζουμε για διαγωνί­σματα;»

«Ακριβώς. Απλώς πάντα πρέπει να προσέχουμε να μην ξεχάσουμε για πιο λόγο τα κάνουμε όλα αυτά. Υπάρχει ένα εδάφιο όπου ο Μω­υσής προειδοποιεί τους Ισραηλίτες και λέει:

Πρόσεξε μήπως λησμονήσεις τον Kύριο τον Θεό σου, … μή­πως, αφού … όλα όσα έχεις αυξηθούν, μήπως η καρδιά σου τότε υψωθεί και λησμονήσεις τον Kύριο τον Θεό σου, … και πεις στην καρδιά σου: H δύναμή μου, και η ισχύς τού χεριού μου, απέκτησαν σε μένα αυτόν τον πλούτο. Aλλά, θα θυμά­σαι τον Kύριο τον Θεό σου· επειδή, αυτός είναι που σου δίνει δύναμη να αποκτάς πλούτη… (Δευτερονόμιον 8:11-18) »,

είπε η μητέρα και έδωσε στη Μαρία ένα φιλάκι. «Τώρα κάνε λίγο στην άκρη για να βάλω τις πατάτες στον φούρνο».