Η επόμενη μέρα ήταν Παρασκευή και η Άννα τελείωσε νωρίς το διά­βασμα. Φάγανε όλοι μαζί βραδινό και έκατσαν στο σαλόνι να τα πούνε. Έφτασε και η ώρα να πάει για ύπνο ο Νικόλας. Πήγε να παρα­πονεθεί, αλλά όταν του έκλεισε το μάτι η Άννα, θυμήθηκε την ιστορία που του είπε το προηγούμενο βράδυ. Σήμερα θα μάθαινε τι θα έκανε ο επαναστάτης εξωγήινος! Ετοιμάστηκε γρήγορα και πήγε να βρει την Άννα. Μαζί πήγανε στο δωμάτιό του και όταν είχε βολευτεί, η Άννα άρχισε να μιλάει.

«Λοιπόν… Πού είχαμε μείνει χθες;»

«Είχανε κάνει μια συμφωνία ο βασιλιάς με τον επαναστάτη».

«Σωστά… Ο βασιλιάς Ων και ο επαναστάτης Εωσφόρος είχαν κάνει μια συμφωνία… Α, ξέχασα να σου πω κάτι χθες. Ο βασιλιάς Ων ήταν πολύ δυνατός. Όχι μόνο μπορούσε να σηκώνει πολύ βάρος, αλλά μπορούσε και να δημιουργεί πράγματα από το μηδέν, έτσι!» είπε η Άννα και έκανε έναν ήχο με τα δάχτυλά της. «Ήταν ο μόνος που μπο­ρούσε να το κάνει αυτό! Μάλιστα, αυτός ήταν που δημιούργησε και τους πρώτους εξωγήινους. Λοιπόν… ο Εωσφόρος ταξίδεψε σε όλο το βασίλειο για να μαζέψει ακόμα περισσότερους ακολούθους. Κάποια στιγμή έμαθε ότι ο βασιλιάς δημιούργησε έναν καινούργιο πλανήτη σε έναν μακρινό γαλαξία. Σε αυτόν τον πλανήτη δημιούργησε και νέα ζωντανά πλάσματα που τους ονόμασε ανθρώπους και τους έκανε κυ­ρίαρχους στον πλανήτη τους».

«Κάτσε, αυτό δεν το έκανε ο Θεός;»

«Αχ, με τσάκωσες!» σήκωσε τα χέρια η Άννα.

«Ο μπαμπάς λέει ότι έχω πολύ καλή μνήμη και είμαι πολύ έξυπνος. Έτσι σε έπιασα!» αποκρίθηκε ενθουσιασμένος ο Νικόλας.

«Αφού είσαι τόσο έξυπνος και τα θυμάσαι όλα, μπορείς να μου πεις τι συνέβη μετά;»

«Χμμ, δεν είμαι 100% σίγουρος, αλλά ξέρω ότι στην Αγία Γραφή δια­βάζουμε ότι ο Θεός δημιούργησε τη Γη και τους ανθρώπους. Οι άν­θρωποι, όμως, άκουσαν ένα φίδι που μιλούσε και έφαγαν αυτό που τους είπε ο Θεός να μη φάνε και γι’ αυτό πεθαίνουμε».

Η Άννα χαμογέλασε. «Πράγματι έγιναν όλα αυτά. Να σε ρωτήσω και κάτι άλλο, κατάλαβες ποιος είναι ο επαναστάτης εξωγήινος;»

Ο Νικόλας το σκέφτηκε καλά. Έπειτα κούνησε το κεφάλι του. «Κα­τάλαβα ότι ο βασιλιάς στην ιστορία είναι ο Θεός, αλλά δεν ξέρω ποιος είναι ο επαναστάτης εξωγήινος».

«Θα συνεχίσω την ιστορία τότε… Ο Εωσφόρος έμαθε ότι ο Βασιλιάς έφτιαξε τον καινούργιο πλανήτη τέλειο, όπως πάντα, και ότι είχε φυ­τέψει έναν κήπο για να ζουν εκεί οι άνθρωποι. Έμαθε, επίσης, ότι οι άνθρωποι είχαν την ελευθερία να κάνουν ό,τι θέλουν, όπως κι αυτός. Τέλος, έμαθε ότι ο Βασιλιάς είχε βάλει έναν κανόνα για να μπορούν οι άνθρωποι συνεχώς να εκφράζουν έμπρακτα την εμπιστοσύνη και την αγάπη τους προς Αυτόν».

«Το δέντρο στη μέση του κήπου;»

«Ακριβώς. Ο Εωσφόρος κατάλαβε ότι ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να βρει περισσότερους ακολούθους. Έτσι, πήγε στον πλανήτη Γη και παρακολούθησε τους ανθρώπους. Είδε ότι ήταν μόνο δύο οι άνθρω­ποι, ένας άντρας και μια γυναίκα. Όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, ο Εωσφόρος, ο εξωγήινος, μεταμορφώθηκε σε φίδι!»

«Τι; Μπορούσε να μεταμορφωθεί;»

«Μάλιστα, και τώρα μεταμορφώθηκε σε φίδι. Κούρνιασε στο δέ­ντρο στη μέση του κήπου και περίμενε να πλησιάσουν οι άνθρωποι. Όταν πέρασε από δίπλα η γυναίκα, έκανε “Πσσσσσς πσσσσς”. Η γυ­ναίκα γύρισε το κεφάλι και τον είδε. Τότε ο Εωσφόρος-φίδι τη ρώ­τησε: “Είπε πράγματι ο Βασιλιάς ότι δεν μπορείτε να φάτε από κα­νένα δέντρο στον κήπο;”. “Μπορούμε να φάμε από όλα τα δέντρα, εκτός από αυτό στη μέση του κήπου. Μας είπε ο Βασιλιάς να μη φάμε από αυτό, ούτε να το αγγίξουμε, αλλιώς θα πεθάνουμε”, απάντησε η γυναίκα, χωρίς να καταλάβει ότι το φίδι ήταν ο Εωσφόρος. Αυτός γέ­λασε περιφρονητικά. “Δεν θα πεθάνετε”, της είπε. “Ο Βασιλιάς ξέρει ότι μόλις φάτε από αυτό το δέντρο, θα αρχίσετε να βλέπετε τα πράγ­ματα διαφορετικά, όπως πραγματικά είναι. Ξέρει ότι θα γίνεται σαν και Αυτόν, γνωρίζοντας και το καλό και το κακό”. Η γυναίκα στάθηκε και το σκέφτηκε. Τι ήταν αυτό το κακό για το οποίο μιλούσε το φίδι; Επίσης, το φίδι τόση ώρα ήταν μέσα στο δέντρο και δεν είχε πάθει τίποτα. Μήπως πράγματι έκρυβε κάτι ο Βασιλιάς; Κοίταξε και τον καρπό του δέντρου. Φαινόταν πολύ νόστιμο! Έπειτα θυμήθηκε όλα τα καλά πράγματα που τους είχε δώσει ο Βασιλιάς και πόσο καλοσυ­νάτος ήταν. Σκέφτηκε και σκέφτηκε και τελικά, τι αποφάσισε να κά­νει;»

«Να φάει από το δέντρο…»

«Ακριβώς… Έκοψε, έφαγε και έδωσε και στον άντρα της. Του είπε τα επιχειρήματα του φιδιού και τον έπεισε να φάει και αυτός. Τότε άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα στους ανθρώπους. Κα­τάλαβαν ότι ήταν γυμνοί και πήγαν γρήγορα να φτιάξουν ρούχα από μεγάλα φύλλα. Όταν ήρθε ο Βασιλιάς να περάσει χρόνο μαζί τους όπως συνήθως, αυτοί φοβήθηκαν και κρύφτηκαν. Ο Βασιλιάς κατά­λαβε ότι είχαν κάνει αυτό που τους είχε απαγορεύσει και λυπήθηκε πολύ. Τους εξήγησε ότι με την πράξη τους έδειξαν πως εμπιστεύονταν το φίδι περισσότερο από τον Βασιλιά και έτσι έδωσαν την κυριαρχία του πλανήτη τους στον Εωσφόρο. Τους υποσχέθηκε, όμως, ότι κάποια μέρα, ένας απόγονός τους θα νικούσε τον Εωσφόρο και θα έπαιρνε πίσω την κυριαρχία. Ενώ τώρα τα σώματά τους θα φθείρονταν σιγά σιγά και θα πέθαιναν, κάποια στιγμή ο Βασιλιάς θα ξαναδημιουρ­γούσε τον πλανήτη τους και θα ήταν όλα τέλεια, όπως στην αρχή. Ο Βασιλιάς αναγκάστηκε να τους βγάλει από τον κήπο που είχε φυτέψει και τους έδειξε πώς να καλλιεργούν τη γη για φαγητό. Ύστερα σκό­τωσε μερικά ζώα για να τους φτιάξει καλύτερα ρούχα από δέρματα. Τότε οι άνθρωποι άρχισαν να καταλαβαίνουν για τα καλά τις συνέ­πειες της πράξης τους».

«Κατάλαβα τώρα ποιος είναι ο επαναστάτης εξωγήινος! Είναι ο Σα­τανάς».

«Πω πω, τι έξυπνο ξαδελφάκι έχω! Καλά το κατάλαβες, αλλά το όνομά του είναι πράγματι Εωσφόρος. Η λέξη “Σατανάς” σημαίνει “ο εχθρός” στα Εβραϊκά και έτσι συνήθισαν να τον φωνάζουν οι Εβραίοι και έμεινε και σε εμάς τους Χριστιανούς».

«Τον νίκησαν τελικά οι άνθρωποι;»

«Ο Εωσφόρος χάρηκε πολύ που είχε την κυριαρχία ενός πλανήτη. Τώρα θα μπορούσε να αποδείξει ότι οι δικές του αρχές ήταν οι σω­στές και ο δικός του τρόπος διακυβέρνησης ήταν καλύτερος από του Βασιλιά. Για πολλά πολλά χρόνια κυβερνούσε τη Γη, μαζί με τους άλ­λους εξωγήινους επαναστάτες. Γρήγορα έμαθαν ότι οι άνθρωποι φο­βούνταν όταν τους έβλεπαν με την κανονική τους μορφή, οπότε τον περισσότερο καιρό έμεναν αόρατοι. Πήγαιναν και έδιναν ιδέες στους ανθρώπους για να αμφισβητούν τον Βασιλιά και σκέφτονται σύμ­φωνα με τις δικές τους αρχές. Σε άλλους λέγανε ότι ο Βασιλιάς ήταν δυνατός, αλλά ήταν κακός και δεν άξιζε την εμπιστοσύνη τους. Αλλά και από μόνοι τους οι άνθρωποι άρχισαν να γίνονται εγωιστές και να τσακώνονται. Ύστερα άρχισαν να γίνονται καχύποπτοι, να φοβούνται και να λένε ψέματα. Σταμάτησαν να μοιράζονται τα πράγματά τους με αυτούς που είχαν ανάγκη. Πολλοί έγιναν βίαιοι ή άρχισαν να εξα­πατούν και να καταπιέζουν ο ένας τον άλλον. Κάποια στιγμή το συνή­θισαν τόσο πολύ που άρχισαν να πιστεύουν ότι αυτό που έκαναν δεν ήταν κακό και ας αγνοούσαν ή πλήγωναν άλλους ανθρώπους. Πολλοί άρχισαν να πιστεύουν ότι για να ζήσουν καλά, θα έπρεπε να κοιτάνε πρώτα το δικό τους συμφέρον.

»Υπήρχαν, όμως, και άνθρωποι που θυμούνταν ποιος ήταν ο Βασι­λιάς. Προσπαθούσαν να ζουν με τις δικές Του αρχές, δηλαδή δείχνο­ντας αγάπη, έλεος και συμπόνια, και το δίδασκαν και στα παιδιά τους. Ο Εωσφόρος, με κάθε ευκαιρία έκανε τη ζωή τους δύσκολη, για να τους πείσει να απορρίψουν τον Βασιλιά και να δεχτούν αυτόν σαν κυρίαρχο. Ο Βασιλιάς, όμως, του έβαζε όρια. Στη συμφωνία που είχαν κάνει, ο Βασιλιάς διατηρούσε το δικαίωμα να θυμίζει στους ανθρώ­πους ποιος είναι, και άμα πίστευαν οι άνθρωποι ότι υπάρχει και Τον εμπιστεύονταν, τότε ο Βασιλιάς μπορούσε να τους προστατεύει από πολλά κακά πράγματα και να στέλνει καλούς εξωγήινους να τους βοη­θάνε. Ήταν δύσκολο, όμως, γιατί και Αυτός έπρεπε να μένει αόρατος ή να παίρνει άλλη μορφή, αλλιώς οι άνθρωποι δεν θα άντεχαν και θα πέθαιναν».

«Θα πέθαιναν μόνο και μόνο που θα Τον έβλεπαν; Πριν δεν μου είπες ότι περνούσαν χρόνο μαζί στον κήπο;»

«Στην αρχή οι άνθρωποι μπορούσαν να βλέπουν τον Βασιλιά κανο­νικά, αλλά όταν έγινε όλο αυτό το περιστατικό στον κήπο κάτι άλλαξε μέσα τους και πλέον δεν μπορούσαν».

«Α, οκ».

«Γι’ αυτό ο Βασιλιάς διάλεξε μερικούς πιστούς ανθρώπους και τους είπε να γράψουνε βιβλία. Έτσι θα μπορούσαν οι επόμενες γενιές να διαβάσουν τι είχε κάνει ο Βασιλιάς και πιστεύοντάς Τον, να προστα­τευτούν από την κακή επιρροή του Εωσφόρου. Αλλά το αν νίκησαν τελικά οι άνθρωποι τον Εωσφόρο;… θα το μάθεις αύριο…»

«Όχι πάλι…» παραπονέθηκε ο Νικόλας.

«Είναι αργά ήδη και πρέπει να κοιμηθείς», προσπάθησε να τον πα­ρηγορήσει η Άννα. «Αύριο, όμως, θα τελειώσουμε την ιστορία».

«Το υπόσχεσαι;»

«Το υπόσχομαι».

«Θα περιμένω τότε», χαμογέλασε ο Νικόλας και αμέσως χασμου­ρήθηκε.

Γέλασαν και οι δύο.

«Καληνύχτα Νικόλα!» «Καληνύχτα Άννα!»