Ο Φίλιππος βαριότανε. Πολύ. Είχε χάσει το λεωφορείο για 30 δευ­τερόλεπτα… Το είδε να φεύγει από τη στάση. Το επόμενο περνούσε μετά από 20 λεπτά. Κοίταξε τον πίνακα αφίξεων και αναστέναξε. Άλλα 8 λεπτά. Δεν είχε και μπαταρία στο κινητό για να περάσει την ώρα….

Ξαφνικά ακούστηκε ένα θυμωμένο κορνάρισμα και το τσίριγμα των φρένων. Γύρισε γρήγορα να κοιτάξει και είδε δύο αυτοκίνητα μόλις να αποφεύγουν ένα άσχημο τρακάρισμα. Οι οδηγοί βγήκαν από τα αυτοκίνητά τους και άρχισαν να φωνάζουν και να βρίζουν ενώ μερι­κοί περαστικοί προσπαθούσαν να τους ηρεμήσουν. Ο Φίλιππος ανα­στέναξε πάλι. Ήταν η τρίτη φορά που έβλεπε παρόμοιο περιστατικό σήμερα. Τι έχουν πάθει όλοι και τσακώνονται; Ακούστηκαν άλλες φω­νές, αυτή τη φορά από πίσω του. Ένας μαγαζάτορας μάλωνε τον υπάλληλό του που είχε βγει να βάλει ένα τάπερ με φαγητό για τις αδέσποτες γάτες. Καλό πήγε να κάνει ο άνθρωπος, τι του φωνάζεις;

Καθώς τα συλλογίζονταν όλα αυτά αναρωτήθηκε, πώς θα ήταν άραγε αυτός ο κόσμος αν ο Αδάμ και η Εύα δεν είχαν αμφισβητήσει τον Θεό; Από τη στιγμή που οι άνθρωποι άρχισαν να παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους χωρίς να ακούνε τον Θεό, όλα έχουν πάρει τον κατήφορο. Αν δεν είχαμε γίνει εγωιστές δεν θα βρίζαμε ο ένας τον άλλον. Θα είχαμε, άραγε, αυτοκίνητα; Ή γενικά την τεχνολογία; Ίσως να είχαμε διαφορετικές τεχνολογίες που να μην προκαλούν ζη­μιά στο περιβάλλον.

Έπιασε το μάτι του μια παρέα να διασχίζει το δρόμο. Αν και φαινό­ταν ξεκάθαρα ότι όλοι ήταν τελείως διαφορετικοί, και όχι μόνο στο ντύσιμο, μπορούσε να δει ότι ήτανε καλοί φίλοι. Αμ, έτσι πρέπει να είναι με όλους. Να αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον και να αναγνωρί­ζουμε ότι όλοι είμαστε μοναδικοί και αυτοί και εμείς. Στην τελική, ο Θεός μας έχει φτιάξει όλους μοναδικούς και όλοι παιδιά Του είμα­στε…

Τώρα που λέμε για παιδιά του Θεού, τι τέλειο που «ο Kύριος ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από χώμα τής γης· και εμφύσησε στα ρουθού­νια του πνοή ζωής, και έγινε ο άνθρωπος σε ψυχή που ζει» (Γένεσις 2:7). Κρίμα που δεν έχουμε κανένα βίντεο να το βλέπαμε και εμείς. Αν το σκεφτείς όμως, κανένας άνθρωπος δεν έχει δει τη Δημιουργία… Ο Αδάμ ήταν το προτελευταίο πλάσμα που δημιουργήθηκε και κοι­μό­ταν όταν ο Θεός έπλασε την Εύα. Θα ήταν ωραίο, όμως, να βλέ­παμε έστω σε φωτογραφία την αυθεντική μορφή της ανθρωπότητας, πριν αρχίσει το σώμα μας να φθείρεται λόγω της αμαρτίας.

Δεν λες πάλι καλά που ο Θεός μας αγαπάει τόσο που μας έχει δώσει την επιλογή να ζήσουμε σε έναν αποκατεστημένο κόσμο στο μέλλον; Θα έχουμε και ανανεωμένα σώματα. Ποιο ήταν αυτό το εδάφιο; Α, ναι: «σε μία στιγμή, σε χρόνο ενός ανοιγοκλεισίματος του ματιού, στην έσχατη σάλπιγγα· επειδή, θα σαλπίσει, και οι νεκροί θα αναστη­θούν άφθαρτοι, κι εμείς θα μεταμορφωθούμε. Eπειδή, πρέπει τούτο το φθαρτό να ντυθεί αφθαρσία, και τούτο το θνητό να ντυθεί αθανα­σία» (προς Κορινθίους Α’ 15:52-53).

Στην παιδική χαρά απέναντι, ένα κοριτσάκι άρχισε να φωνάζει στη μητέρα της που προσπαθούσε ήρεμα να της πει ότι ήρθε η ώρα να γυρίσουν σπίτι γιατί έκανε πολύ ζέστη. Το κοριτσάκι είχε ανέβει στην τσουλήθρα και αρνιόταν κατηγορηματικά να κατέβει. Τότε ανέβηκε η μεγάλη της αδελφή και της μίλησε. Έπειτα την πήρε από το χέρι και κατέβηκαν μαζί την τσουλήθρα. Το κοριτσάκι έτρεξε στη μητέρα και την αγκάλιασε. Αυτή τη σήκωσε χαμογελώντας, πήρε τη μεγάλη κόρη της από το χέρι και φύγανε όλες μαζί.

Ο Φίλιππος χαμογέλασε. Τι να είπε άραγε η μεγάλη αδελφή στη μι­κρή; Έπειτα θυμήθηκε κάτι που είχε πει η δικιά του μεγάλη αδελφή, η Μαρία:

«Ξέρεις, Φίλιππε, γιατί πιστεύω ότι λέμε πως είμαστε μια οικογέ­νεια όλοι οι πιστοί; Όχι μόνο επειδή διαβάζουμε στην Αγία Γραφή ότι είμαστε όλοι “γιοι τού Θεού διαμέσου τής πίστης στον Iησού Xριστό” (προς Γαλάτας 3:26), αλλά και επειδή πολλές φορές συμπεριφερόμα­στε σαν παιδιά. Πολλές φορές προσπαθεί να μας πει κάτι ο Θεός να κάνουμε για το καλό μας και εμείς Τον αγνοούμε ή κάνουμε το δικό μας. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ήρθε ο Χριστός στη Γη, για να μας δείξει σαν μεγάλος αδελφός ότι ο Ουράνιος Πατέρας πραγ­ματικά θέλει το καλό μας μόνο και να μας φέρει πίσω σ’ Αυτόν».

Οι άνθρωποι που περίμεναν μαζί του στη στάση του λεωφορείου άρχισαν να μετακινούνται και τράβηξαν τον Φίλιππο από τις σκέψεις του. Κοίταξε τον πίνακα. Η ένδειξη 1’ αναβόσβηνε δίπλα στον αριθμό του λεωφορείου του. Κίνησε και αυτός προς την άκρη του πεζοδρο­μίου. Το λεωφορείο φάνηκε να στρίβει στον δρόμο. Επιτέλους θα έφτανε και αυτός σπίτι!