«Γκόοοοοοολ!» ακούστηκε για άλλη μια φορά από τον κήπο. Έπειτα: «Νίκη, ολέ ολέ!»

Οι φωνές άρχισαν να έρχονται πιο κοντά και η Άννα σηκώθηκε από το τραπέζι της κουζίνας. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να ανταμείψουμε τους νικητές», της είπε χαμογελώντας η γιαγιά. «Θες να βγάλεις το γλυκό από το ψυγείο;»

Η Άννα έβγαλε προσεκτικά το ταψάκι και εισέπνευσε βαθιά. Μύ­ριζε υπέροχα.

«Μπορώ να βοηθήσω με κάτι;» ρώτησε η μητέρα της Άννας μπαί­νοντας στην κουζίνα.

«Ελπίδα μου, μπορείς να φέρεις τη σοκολατόπιτα;» αποκρίθηκε η γιαγιά βγαίνοντας με τα πιατάκια. Την ακολούθησε η Άννα, βγαίνο­ντας στη βεράντα μέσα σε ζητωκραυγές της οικογένειάς της.

«Έφτασε το έπαθλο του νικητή! Και τι μοναδικό έπαθλο είναι… Ήρθε η στιγμή να φαγωθεί το υπέροχο, μοναδικό, σούπερ γλυκό της γιαγιάς!» αναφώνησε η Άννα παίρνοντας ύφος παρουσιαστή τηλε­παιχνιδιού. «Λοιπόν, ποια να είναι άραγε η τυχερή ομάδα;»

«Εμείς προφανώς», είπε ο Μιχάλης και γέλασαν μερικοί. «Τελευ­ταία στιγμή το βάλατε», μουρμούρισε ο Φίλιππος χωρίς να ξεκολλή­σει τα μάτια από το γλυκό.

«Ένα χειροκρότημα για την ομάδα των Μεγάλων!» φώναξε η Άννα ενώ κάποιος έβαλε να παίζει το ρεφρέν του “We are the Champions” των Queen.

Όταν είχαν πάρει όλοι γλυκό, οι μεν το σούπερ γλυκό της γιαγιάς, οι υπόλοιποι δε τη σοκολατόπιτα, η Άννα έκατσε δίπλα στον πατέρα της. «Συγχαρητήρια μπαμπά! Πολύ καλά παίξατε… Θα μπορούσα να δοκιμάσω από το γλυκό σας;» τον ρώτησε με το πιο γλυκό της χαμό­γελο. Ο πατέρας της γέλασε. «Άντε, θα σου δώσω ένα μικρό κομμα­τάκι. Μόνο και μόνο επειδή βοήθησες τη γιαγιά να το φτιάξει».

Η Άννα το δέχτηκε χαρούμενη και άρχισε να το απολαμβάνει με την ησυχία της. Από τη μια μεριά του τραπεζιού συζητούσαν έντονα τον αγώνα. Από την άλλη μεριά μιλούσαν για το Πάσχα.

«Μα γιατί χρειάστηκε ο Ιησούς να κηρύττει και να κάνει θαύματα για τρία ολόκληρα χρόνια πριν πεθάνει;» ρωτούσε η Νικολέτα. Η θεία Ειρήνη έφαγε μια μπουκιά σοκολατόπιτας σκεπτική. «Μμ… Να σε ρω­τήσω κάτι άλλο πρώτα;»

Η Νικολέτα έγνεψε το κεφάλι καταφατικά.

«Ας πούμε ότι θέλεις να πας σε ένα από αυτά τα ακριβά κυριλέ εστιατόρια. Το λες στην κολλητή σου, που ξέρεις ότι έχει πάει δύο τρεις φορές σε τέτοιο εστιατόριο. Αυτή ενθουσιάζεται και σου λέει “Μην ανησυχείς, θα τα κανονίσω όλα εγώ. Εσύ θα χρειαστεί μόνο να πας και να περάσεις καλά”. Οπότε την ευχαριστείς και όταν έρθει η ώρα, βάζεις τα καλά σου και πηγαίνεις στο εστιατόριο. Μόλις σε οδη­γούν στο τραπέζι, όμως, καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις ιδέα τι πρέπει να πεις και πώς να συμπεριφέρεσαι. Οι σερβιτόροι, όμως, το θεωρούν δεδομένο ότι το ξέρεις. Πώς θα ένιωθες τότε;»

«Ε, θα ήταν άβολο. Θα αναρωτιόμουν γιατί δεν μου είπε η κολλητή μου ότι αναμένεται μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και γιατί δεν μπήκε στον κόπο να μου το εξηγήσει».

«Οπότε αν είχε κάτσει να σου δείξει τι πρέπει να κάνεις ή τουλάχι­στον αν σου είχε στείλει κάποιο βίντεο με οδηγίες, θα ήταν πολύ κα­λύτερη όλη η εμπειρία σου, σωστά;»

«Εννοείται».

«Να, λοιπόν, αυτό έκανε ο Χριστός τα τρία χρόνια της διακονίας του. Όπως γνωρίζεις ήδη, ο Θεός θέλει να αποκαταστήσει την κυριαρ­χία της αγάπης σε αυτόν τον κόσμο, όπως ήταν στην αρχή της Δη­μιουργίας. Το θέμα είναι ότι εδώ και χιλιετίες κυριαρχεί ο εγωισμός και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τι σημαίνει το να ζεις με αγάπη. Γι’ αυτό ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, πήρε την ανθρώπινη φύση και γεννήθηκε σε αυτόν τον κόσμο όχι μόνο για να μας δικαιώ­σει πεθαίνοντας στον σταυρό, αλλά και για να μας φανερώσει τον πραγματικό χαρακτήρα του Θεού και να μας δείξει πώς να ζούμε με αγάπη. Έτσι θα είμαστε έτοιμοι για να ζήσουμε στον αποκατεστημένο κόσμο στο μέλλον».

«Α, γι’ αυτό γράφτηκαν τα Ευαγγέλια τότε;»

«Ακριβώς. Ο Χριστός είπε στους μαθητές Του:

Αυτός που πιστεύει σε μένα, δεν πιστεύει σε μένα, αλλά σ’ αυτόν που με απέστειλε· και αυτός που θωρεί εμένα, θωρεί αυτόν που με απέστειλε. Εγώ φως ήρθα στον κόσμο, για να μη μείνει μέσα στο σκοτάδι καθένας που πιστεύει σε μένα. (κατά Ιωάννη 12:44-46)

Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, ότι εκείνος που ακούει τον λόγο μου, και πιστεύει σ’ αυτόν που με απέστειλε, έχει αιώνια ζωή, και σε κρίση δεν έρχεται, αλλά έχει ήδη μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή. (κατά Ιωάννη 5:24)

Αν φυλάξετε τις εντολές μου, θα μείνετε στην αγάπη μου· όπως εγώ φύλαξα τις εντολές τού Πατέρα μου, και μένω στην αγάπη του. Αυτά μίλησα σε σας, για να μείνει μέσα σας η χαρά μου, και η χαρά σας να είναι πλήρης. Αυτή είναι η εντολή μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα. (κατά Ιωάννη 15:10-12)

Ο Χριστός μας εξήγησε πώς να αγαπάμε ο ένας τον άλλον μέσα από τις παραβολές και τα λόγια Του, που είναι καταγεγραμμένα στα Ευαγ­γέλια».

«Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που έκανε τόσα πράγματα ο Χρι­στός πριν σταυρωθεί», πρόσθεσε ο πατέρας της Άννας. «Ο Ιησούς ήξερε ότι δεν θα Τον πίστευαν οι άνθρωποι αν πήγαινε και έλεγε έτσι απλά «Είμαι ο Υιός του Θεού, και αν το πιστέψετε θα έχετε αιώνια ζωή». Εσείς θα το πιστεύατε αν έρχονταν κάποιος και έλεγε ότι ήταν ο Θεός σε ανθρώπινη μορφή;»

«Εγώ θα του έλεγα ότι είναι τρελός και να πάει στο ψυχιατρείο», αποκρίθηκε η Νικολέτα και γελάσανε όλοι.

«Είναι μια πολύ λογική αντίδραση όμως, ειδικά σε μια κοινωνία όπως των Εβραίων τότε, όπου ο Θεός ήταν ένα υπέρτατο Ων που έμενε στους ουρανούς και φανερωνόταν μόνο η Δόξα Του στον ναό της Ιερουσαλήμ. Εκεί ξαφνικά έρχεται ο Ιησούς και λέει ότι είναι ο Θεός, πράγμα που σε κάθε άλλη περίπτωση θεωρούνταν βλασφημία. Έτσι ο Ιησούς ήξερε ότι θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω για να πείσει τους ανθρώπους και πήγε σε διάφορα μέρη κάνοντας θαύματα και μιλώντας για την αγάπη του Θεού. Έτσι είπε στους Ιουδαίους:

Aν δεν κάνω τα έργα τού Πατέρα μου, μη πιστεύετε σε μένα· αν, όμως, τα κάνω, και αν σε μένα δεν πιστεύετε, πιστέψτε στα έργα· για να γνωρίσετε και να πιστέψετε ότι, ο Πατέρας είναι ενωμένος με μένα, και εγώ ενωμένος μ’ αυτόν. (κατά Ιωάννη 10:37-38)

Ήλπιζε ότι με τα έργα Του θα έπειθε τους ανθρώπους ότι έλεγε την αλήθεια, για να πιστέψουν και να σωθούν».

«Εγώ έχω μια άλλη απορία τώρα», πετάχτηκε η Άννα. «Ανέφερες ότι ο Ιησούς είπε: «εκείνος που ακούει τον λόγο μου, και πιστεύει σ’ αυ­τόν που με απέστειλε, έχει αιώνια ζωή, και σε κρίση δεν έρχεται, αλλά έχει ήδη μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή». Αν αρκεί να πιστέψουμε, τότε γιατί λέμε ότι έπρεπε να πεθάνει ο Χριστός για να σωθούμε;»

«Αυτό είναι το φοβερό όλης αυτής της υπόθεσης», απάντησε η θεία Ειρήνη. «Στην προς Ρωμαίους επιστολή διαβάζουμε ότι

ο μισθός τής αμαρτίας είναι θάνατος· το χάρισμα, όμως, του Θεού αιώνια ζωή διαμέσου τού Iησού Xριστού τού Kυρίου μας. (προς Ρωμαίους 6:23)

όλοι αμάρτησαν, και στερούνται τη δόξα τού Θεού· ανακη­ρύσσονται, όμως, δίκαιοι, δωρεάν, με τη χάρη του, διαμέσου τής απολύτρωσης που έγινε με τον Iησού Xριστό· τον οποίο ο Θεός προκαθόρισε ως μέσον εξιλέωσης διαμέσου τής πί­στης, με βάση το αίμα του, προς φανέρωση της δικαιοσύνης του, για την άφεση των αμαρτημάτων, που έγιναν στο πα­ρελθόν, μέσα στη μακροθυμία τού Θεού· προς φανέρωση της δικαιοσύνης του στον παρόντα καιρό, για να είναι αυτός δίκαιος, και να ανακηρύσσει δίκαιον εκείνον που πιστεύει στον Iησού. (προς Ρωμαίους 3:23-26)

Ο Θεός ήξερε πριν μας δημιουργήσει ότι υπήρχε η περίπτωση να αμαρτήσουμε. Επειδή, όμως, μας αγαπάει και δεν θέλει να χαθούμε, συμφώνησαν ότι αν αμαρτήσουμε, θα κατέβαινε ο Υιός στη Γη και θα γίνονταν ένας από εμάς, ώστε να μπορέσει να μας φανερώσει την πραγματική αγάπη του Θεού, η οποία φτάνει ως τον θάνατο για χάρη μας. Έτσι ο Θεός μπορεί να μας λυτρώσει όταν ανταποκρινόμαστε και δεχόμαστε στην αγάπη Του. Το μόνο που ζητάει ο Θεός από εμάς εί­ναι να αναγνωρίσουμε ότι είναι ο Θεός μας, να πιστέψουμε ότι μας αγαπάει και να δεχτούμε το δώρο της χάρης και της σωτηρίας. Αυτό θα έχει και ως αποτέλεσμα να ζούμε με γνώμονα τον χαρακτήρα Του, που είναι αγάπη».

«Τέλειο!» αναφώνησε η Νικολέτα «Αυτό είναι πολύ πιο εύκολο απ’ ότι έχω ακούσει άλλους να λένε ότι πρέπει να κάνουμε για να σω­θούμε».

«Και όμως είναι αληθινό. Γι’ αυτό ονομάζεται και Ευαγγέλιο: είναι πολύ καλά νέα για όλη την ανθρωπότητα».

Η Άννα ακούμπησε το κεφάλι στον τοίχο και κοίταξε αφηρημένη τον ουρανό. Πώς να είναι άραγε να ζούμε στην τέλεια αγάπη και στην πα­ρουσία του Θεού; σκέφτηκε.